Απέχοντας, όπως η πλειονότητα των ηγετών των κρατών της Ε.Ε., από την παρέλαση της 9ης Μαΐου στην Κόκκινη Πλατεία προς τιμήν των 70 χρόνων από τη νίκη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας, η καγκελάριος Μέρκελ κατέφθασε μία ημέρα μετά για να «κατευνάσει τα πνεύματα» καταθέτοντας στεφάνι στον Τάφο του Αγνωστου Στρατιώτη και δράττοντας την ευκαιρία για να θέσει ξανά στην ατζέντα την ουκρανική σύρραξη.
Ο πρόεδρος Πούτιν, αγνοώντας το μποϊκοτάζ των δυτικών ηγετών, με ένα «όλοι όσους θέλαμε να δούμε ήταν εδώ», παρέπεμψε στην… Ουκρανία για την επίλυση του ουκρανικού και εκμεταλλεύτηκε την επέτειο για να εμφανιστεί ως ηγέτης μιας υπερδύναμης που απολαμβάνει την παρέλαση, τη μεγαλύτερη επίδειξη στρατιωτικής δύναμης που έχει κάνει η Ρωσία σε ανάλογες εκδηλώσεις, πλάι στον επίλεκτο σύμμαχό του, τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ.
Στις συνομιλίες που ακολούθησαν, τις πρώτες ανάμεσα στους δύο ηγέτες από τα μέσα Φεβρουαρίου όταν στο Μινσκ της Λευκορωσίας επιτεύχθηκε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και ειρήνευσης στην ανατολική Ουκρανία, κυριάρχησε και πάλι η ουκρανική κρίση που έχει ψυχράνει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες αλλά και με την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ. Η επίσκεψη, ωστόσο, δεν κατάφερε να λειάνει τις διαφορές στο ελάχιστο, με καθέναν να επιμένει στις θέσεις του.
Στην κοινή συνέντευξη Τύπου, ο Πούτιν αναγνωρίζοντας πως οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν πληγεί λόγω του ουκρανικού τόνισε πως «όσο γρηγορότερα σταματήσουν τα προβλήματα, που επηρεάζουν αρνητικά τις σχέσεις μας, τόσο το καλύτερο». Ενώ η Γερμανίδα ομόλογός του επέμεινε ότι «είναι απαραίτητο για μας να εργαστούμε, να συνεργαστούμε ακόμη και σε περίπλοκες καταστάσεις» και να «προσπαθήσουμε να βρούμε διπλωματικές λύσεις». Αλλά, μετά τις αβρότητες καταδείχθηκαν ξανά οι διαφορές. Η Μέρκελ επανέλαβε πως η προσάρτηση της Κριμαίας αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Ο Πούτιν επέμεινε πως ο ρωσόφωνος πληθυσμός έχει το δικαίωμα να αποφανθεί υπέρ της ένωσης με τη Ρωσία μετά από το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον πρόεδρο Γιανουκόβιτς πέρσι. Η καγκελάριος έκανε έκκληση στον Πούτιν να ασκήσει όλη του την επιρροή στους αυτονομιστές ώστε «να αποκατασταθεί η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα» της γείτονος και να τηρηθεί η εκεχειρία. Και ο Ρώσος πρόεδρος ανταπάντησε πως θα συνεχίσει να ασκεί όση επιρροή διαθέτει προς το Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ αλλά ότι η μακροπρόθεσμη επίλυση της σύρραξης βρίσκεται στα χέρια της Ουκρανίας κι όχι της Ρωσίας, καλώντας τις αντιμαχόμενες πλευρές σε άμεσο διάλογο.
Την προηγουμένη, ο Πούτιν είχε αξιοποιήσει την παρέλαση της Ημέρας της Νίκης για να προβεί σε μια εντυπωσιακή επίδειξη της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος βγάζοντας στους δρόμους τα «αστέρια» της πολεμικής της μηχανής: από το τανκ Τ-12 Armata και τους βαλλιστικούς πυραύλους RS-24 Yars, που μπορεί να φέρουν τρεις πυρηνικές κεφαλές, έως και τη συστοιχία των αντιαεροπορικών πυραύλων Pantsir. Αλλά και για να επαναλάβει στο διάγγελμά του -με το βλέμμα στραμμένο στους απόντες ηγέτες της Δύσης- ότι «την τελευταία δεκαετία βλέπουμε όλο και συχνότερες απόπειρες να αγνοηθούν οι βασικές αρχές της διεθνούς συνεργασίας. Εχουμε δει προσπάθειες δημιουργίας ενός μονοπολικού κόσμου». Και να μιλήσει για «το κοινό καθήκον διαμόρφωσης ενός συστήματος ίσης ασφάλειας για όλα τα κράτη» ανεξάρτητο από μπλοκ και στρατόπεδα. «Μόνο έτσι θα εγγυηθούμε την ειρήνη του πλανήτη».
