Το βέβαιο είναι ότι υπάρχει έλλειψη πολιτικής κουλτούρας και Παιδείας στη χώρα παρά την επηρμένα καθιερωθείσα «διαπίστωση» ότι ο ελληνικός λαός είναι από τους πιο πολιτικοποιημένους λαούς. Η αλήθεια είναι ότι, όντως, θα οφείλαμε να συμμετέχουμε πιο ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου με τόσα που έχει υποφέρει ο λαός αυτός (δικτατορίες, Κατοχή, Εμφύλιος, πτωχεύσεις και πολλά δεινά ακόμη). Αλλά, καθώς φαίνεται, από το «πλούσιο» τούτο παρελθόν έχουμε συγκρατήσει τα αρνητικά του μόνο στοιχεία (φόβο, ηττοπάθεια, δωσιλογισμό, εθελοδουλεία, χαφιεδισμό και το κακό συναπάντημα).
Η έλλειψη πολιτικής Παιδείας και κουλτούρας ήταν έντονη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, τουλάχιστον στα έδρανα της Βουλής και τις εφημερίδες, κορυφώθηκε δε με την κρατική τηλεόραση και τα ιδιωτικά κανάλια. Τα τελευταία αφαίρεσαν κάθε ίχνος διαλόγου και ευπρέπειας και είχαν (έχουν) τεράστια επίδραση στη γλώσσα (έχουν διά παντός υποκαταστήσει σχολεία και Πανεπιστήμια), στη συνείδηση, στο γούστο, στη συγκρότηση χαρακτήρα, στη στάση ζωής του καθενός σχεδόν.
Εκείνο που χαρακτηρίζει τους τηλεοπτικούς μαϊντανούς και τους ηλεκτρονικούς δημοσιογράφους είναι η ευκολία εκτόξευσης ύβρεων, η έπαρση, η εμπάθεια και η σπίλωση προσωπικοτήτων χωρίς δε επιχειρήματα ή κάποια ένδειξη (για αποδεικτικά στοιχεία, ούτε λόγος· το δε περιβόητο τεκμήριο αθωότητας το ‘χουν στείλει άπαντες στον αγύριστο). Δεν είναι της στιγμής να πούμε γιατί καθιερώθηκε αυτή η κανιβαλιστική αντίληψη στην επικοινωνία, ποιοι συνέβαλαν στην ένταση της διαπλοκής και του κιτρινισμού στην ενημέρωση, γιατί επικράτησαν χωρίς πολλές αντιδράσεις ο κυνισμός-σεξισμός-αμοραλισμός και εντέλει φασισμός. Σημασία έχει ότι δεν έχουν αντίπαλο ούτε από την ακαδημαϊκή κοινότητα, ούτε από την έντυπη δημοσιογραφία.
Κομμάτι δε της τελευταίας έχει μεταλλαγεί σ’ έναν οχετό απαράδεκτων εκφράσεων για μερικά στελέχη της νέας κυβέρνησης. Γιατί; Διότι φέρουν υψηλή Παιδεία στον λόγο τους και τη συμπεριφορά τους, γεγονός απαράδεκτο για τους λυσσασμένους, φανατισμένους και κακομαθημένους (με το αζημίωτο) δημοσιογράφους. Γιατί λυσσασμένοι; Διότι βλέπουν ότι κινδυνεύουν να φανεί η μετριότητά τους, μια μετριότητα με την οποία μεγαλούργησαν αφού υποστηρίχτηκε από όλο σχεδόν το πολιτικό σύστημα. Θα χάσουν την πελατεία τους, τους γνωστούς τζιτζιφιόγκους της πολιτικής που τους χειρίζονταν όπως αυτοί ήθελαν. Θα φανεί ίσως η ολιγότητα του Life Style, το «άνετο» το «χαλαρό», το «έλα μωρέ, και τι έγινε» για κάθε σοβαρό θέμα που αφορά την κοινωνία.
Ολοι, λοιπόν, συστρατεύονται για να συκοφαντήσουν και απαξιώσουν ανθρώπους που ήλθαν μεν στην εξουσία, εξακολουθούν, όμως, να επιδεικνύουν υψηλό φρόνημα ευαισθησίας και δημοκρατικότητας, έννοιες άγνωστες για τους πολλούς που εργαζόμαστε στην επικοινωνία (ο Θεός να την κάνει…). Εκτοξεύουν αφειδώλευτα, χωρίς καμία αιδώ, ύβρεις, προβαίνουν σε απαράδεκτους, απρεπείς χαρακτηρισμούς για υπουργούς, έτσι, επειδή τους κάπνισε ή επειδή οι εν λόγω υπουργοί ή υψηλόβαθμα στελέχη είναι λίγο διαφορετικοί (στην ένδυσή τους, τη συμπεριφορά τους, την εκφορά του λόγου τους και λοιπά). Δεν αντέχουν τη Δημοκρατία, αυτό!
Η συστράτευση όλων τούτων εγκυμονεί κινδύνους πραγματικούς για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά ποιος γνοιάζεται πλέον; Εδώ οι ναζιστές μπήκαν στη Βουλή και θα ενδιαφερθεί κανένας για την πολιτική ευπρέπεια, τον ευγενικό διάλογο, τον σεβασμό στην προσωπικότητα του καθενός; Αυτά είναι για τους γραφικούς, τους ιδεολόγους, τους αλαφροΐσκιωτους. Ναι, αλλά γιατί έχουν λυσσάξει; Διότι βλέπουν τους αλαφροΐσκιωτους να μην είναι και τόσο γραφικοί όσο αυτοί τους κατηγορούν. Διότι η επικοινωνία, όσο αισχρή κι αν την «έχουν καταντήσει», όσο και αν έχει ευτελιστεί, εξακολουθεί να υπάρχει όσο υπάρχουν δημοκρατικοί άνθρωποι.
