Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη σημερινή συνάντηση του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα με τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, στο περιθώριο της έκτακτης συνόδου κορυφής για το μεταναστευτικό, στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της η ελληνική πλευρά ελπίζοντας ότι θα χαλαρώσει το κλίμα ασφυξίας που επικρατεί και επιπλέον θα ξεκαθαρίσει το τοπίο των αλληλοσυγκρουόμενων «πληροφοριών» από τα διάφορα κέντρα και «παράκεντρα».

Στη συνάντηση που κλείστηκε πριν από δύο ημέρες, παρά τις «πληροφορίες» που έκαναν λόγο για άγνοια της Γερμανίδας καγκελαρίου, ο Ελληνας πρωθυπουργός ευελπιστεί ότι θα επαναληφθεί το καλό κλίμα της προηγούμενης συνάντησης στο Βερολίνο, με στόχο να «προχωρήσει άμεσα η παροχή ρευστότητας στη χώρα», ενώ προς την ίδια κατεύθυνση αναμένεται να κινηθεί ο κ. Τσίπρας στις σημερινές επαφές του με τους Ζ.Κ. Γιούνκερ και Φρ. Ολάντ.

Στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι ενδεχομένως και σήμερα να υπάρξει μια «άτυπη» πολιτική οδηγία ότι «βρισκόμαστε σε καλό δρόμο», η οποία πιθανότατα να οδηγήσει σε ένα νέο Eurogroup αμέσως μετά το αυριανό στη Ρίγα της Λετονίας, ίσως και στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, ώστε να κλείσει η συμφωνία πριν από το τέλος του Απριλίου. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος επέμεινε σε δύο κρίσιμα ζητήματα: πρώτον, «δεν μπορούν να σέρνουν μια λύση και να κατηγορούν την ελληνική κυβέρνηση και την Ελλάδα για επιβράδυνση των διαδικασιών» και, δεύτερον, ξεκαθάρισε πως «γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση δεν θα προχωρήσει σε μείωση συντάξεων, αύξηση της φορολογίας, απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων». Ουσιαστικά ο Γ. Σακελλαρίδης οριοθέτησε ξανά τις «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης, αναγνωρίζοντας ότι αφενός μεν δεν θα υπάρξει συμφωνία αύριο αλλά εκφράζοντας την αισιοδοξία του ότι «γρήγορα θα επέλθει συμφωνία», κατηγορώντας παράλληλα τους εταίρους ότι «δεν πρέπει και δεν θα οδηγήσουν την Ελλάδα στην αγχόνη, δεν μπορούν να το κάνουν, αυτός είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός».

Με δεδομένο ότι στην κυβέρνηση επιμένουν πως «έχουμε μείνει πιστοί στη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, έχουμε αποδείξει έμπρακτα και με τις εναλλακτικές μας προτάσεις ότι δουλεύουμε πάνω σε αυτή», οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι «το γαϊτανάκι που παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες οδηγείται στο τέλος του».

«Είμαστε στο όριο» διατείνονται στελέχη του οικονομικού επιτελείου, τα οποία αναμένουν με αγωνία την εικόνα των εσόδων του Απριλίου, ώστε να μην υποχρεωθεί η κυβέρνηση να προχωρήσει σε γενικευμένη δέσμευση ταμειακών διαθεσίμων και ταυτόχρονα να ξεπεραστεί «η κόπωση της αγοράς», ώστε να καταστεί δυνατόν να δοθεί ανάσα ρευστότητας. Το «ατύχημα» με τη μία ή την άλλη μορφή δείχνει να μη συγκεντρώνει πιθανότητες, παρά τις αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, όμως το μεγάλο ζήτημα για τη κυβέρνηση εστιάζεται στο ερώτημα πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα ανοίξει η συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις εργασιακές σχέσεις, αφού όπως όλα δείχνουν σε αυτά πιέζουν οι εταίροι.

Στο κλίμα αυτό επανέρχεται και η… προσφιλής εκλογολογία είτε με τη μορφή εκλογών είτε με εκείνη του δημοψηφίσματος.

Σενάρια με κάλπες

Ο αντιπρόεδρος της Βουλής Αλ. Μητρόπουλος εξέφρασε την άποψη ότι «είναι ανέφικτος ο συμβιβασμός και κυρίως ο έντιμος συμβιβασμός, άρα πάμε σε ρήξη», εκτιμώντας ότι «πρέπει να γίνει δημοψήφισμα κόκκινων γραμμών». Ο δε υπουργός Εργασίας Π. Σκουρλέτης υποστήριξε ότι «είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών ή δημοψηφίσματος σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμβιβασμός», ενώ η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Ράνια Σβίγκου, με κομψό τρόπο υπενθύμισε πως «ο έντιμος συμβιβασμός, για να είναι έντιμος και συμβιβασμός και να μην είναι υποχώρηση, θα πρέπει να σέβεται τη λαϊκή εντολή», αποφεύγοντας να απαντήσει σε «υποθετικά ερωτήματα και να προεξοφλούμε αδιέξοδα».

Στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι για να λήξει αυτή η συζήτηση θα πρέπει να λήξει και «η συζήτηση με τους έξω», επιμένοντας ότι η μόνη περίπτωση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος είναι αυτή της «έγκρισης ή όχι της νέας συμφωνίας».