To Μιλάνο, το Πίκολο Τεάτρο και η Σκάλα πενθούν. Πενθεί η Ιταλία αλλά και όλη η πνευματική Ευρώπη. Το Σάββατο το απόγευμα πέθανε ξαφνικά σε νοσοκομείο του Μιλάνου από επιπλοκές βρογχοπνευμονίας ο Λούκα Ρονκόνι, ο μεγαλύτερος μετά τον Τζόρτζιο Στρέλερ Ιταλός σκηνοθέτης θεάτρου και όπερας και διάδοχός του στο τιμόνι του Πίκολο. Σε λίγο θα γινόταν 82 χρόνων, αλλά ήταν ακμαίος, δραστήριος (η τελευταία του παράσταση «Τριλογία Lehman» ανέβηκε πριν από λίγες μέρες), είχε όνειρα και σχέδια. «Ιδιοφυή οραματιστή» τον αποκάλεσε ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι. Δυο λέξεις που περιγράφουν ακριβώς μια καριέρα μισού και παραπάνω αιώνα, που είχαμε την τύχη να τον φέρει δύο φορές και στην Επίδαυρο, με «Πλούτο» και «Βάκχες», αφού ήταν λάτρης του αρχαίου δράματος και συνεχώς επανερχόταν σ’ αυτό.
Ο Ρονκόνι ήταν ένας ανανεωτής του θεάτρου, ένας επαναστάτης με μέτρο. Οταν έκανε το 1963 την πρώτη του σκηνοθεσία στο θέατρο είχε για πρωταγωνιστή τον Τζαν Μαρία Βολοντέ («La Putta Onorata» του αγαπημένου του Γκολντόνι). Η παράσταση θεωρήθηκε σταθμός και ανατροπή του ιταλικού θεάτρου. Ομως ο Ρονκόνι, όπως έλεγε πριν από λίγα χρόνια σε συνέντευξή του στη «Μοντ», δεν συμφωνούσε με τον «αναρχικό» Βολοντέ, που ήθελε να καταστρέψει το αστικό θέατρο, να τα αλλάξει όλα. «Εγώ, όσο και να έβρισκα πολλά πράγματα ηλίθια και γελοία, κυρίως στον τρόπο που έπαιζαν οι Ιταλοί ηθοποιοί, σκεφτόμουν ότι πρέπει το θέατρο να βελτιωθεί. Αν βάζαμε έναν νέο κώδικα στη θέση του παλιού, σε δέκα χρόνια θα γινόταν κι αυτός ακαδημαϊκός».
Την αγάπη του για το θέατρο τη χρωστάει στη μητέρα του, καθηγήτρια ιταλικών, που τον μεγάλωσε εντελώς μόνη της, από τότε που ο πατέρας του τούς εγκατέλειψε. Ο Ρονκόνι γεννήθηκε το 1933 στην Τυνησία, αλλά μεγάλωσε στη Ρώμη και έβλεπε σπάνια τον πατέρα του που έμεινε πίσω στην Αφρική. Πάντα ένιωθε «ότι δεν είχε οικογένεια», ήταν απολύτως προσκολλημένος στην καλλιεργημένη αντιφασίστρια μητέρα του και εντελώς μοναχικός. Το θέατρο τον έφερε κοντά στον κόσμο. Του έμαθε να ανοίγεται και να επικοινωνεί. Κατά περίεργο τρόπο έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και ο απόμακρος πατέρας του. Οταν ήταν μικρός τού χάρισε ένα τεράστιο ξύλινο θέατρο, που καταλάμβανε το μισό του δωμάτιο. Αυτό το παιδικό παιχνίδι και οι παραστάσεις στις οποίες τον πήγαινε συνέχεια η μητέρα του τον έκαναν σίγουρο. Δεν ήθελε να γίνει παρά ηθοποιός.
Στα 20 του χρόνια γράφεται στην Εθνική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης και γρήγορα αρχίζει να εμφανίζεται στο σανίδι δίπλα στον Βιτόριο Γκάσμαν. Ηταν «μία από τις καλύτερες εποχές για το ιταλικό θέατρο», όπως ο ίδιος θυμόταν. Ο Βισκόντι και ο Στρέλερ έκαναν τις πρώτες τους παραστάσεις. Οι Ιταλοί, μετά τον φασισμό που είχε απαγορεύσει το ξένο ρεπερτόριο, ανακάλυπταν τον Σαρτρ, τον Κοκτό, τον Καμί. Αλλά και το κλασικό θέατρο, δικό τους και ξένο, ιδωμένο με μια νέα ματιά. Σ’ αυτό ο Ρονκόνι έπαιξε τον δικό του ρόλο, κυρίως ανεβάζοντας έργα του Γκολντόνι, στα οποία οι συμπατριώτες του δεν αναγνώριζαν τον «δικό τους» αγαπημένο Βενετσιάνο της γιορτής και της κομέντια ντελ άρτε, αλλά έναν πιο σκοτεινό, κοινωνικό συγγραφέα. Τον δρόμο τον είχε ανοίξει ήδη ο Στρέλερ.
Η ευρωπαϊκή καθιέρωση και αναγνώριση του Λούκα Ρονκόνι έγινε σχετικά γρήγορα. «Το 1969 το θέατρο έκανε την επανάστασή του», γράφουν οι ειδικοί. Ο Ρονκόνι παρουσίασε σε μια εκκλησία του Σπολέτο παράσταση βασισμένη στον «Ορλάνδο μαινόμενο» του Αριόστο. Ηξερε ότι οι θεατές θα έστεκαν όρθιοι, ήθελε να στηριχτεί σε αυτοσχεδιασμούς και σε πολλές σύγχρονες δράσεις, είπε σε μια πρόβα σε έναν ηθοποιό να ανέβει σε ένα τραπέζι, κατάλαβε ότι το τραπέζι έπρεπε να κινείται, ότι και οι θεατές έπρεπε να μετακινούνται και… αυτό ήταν. Ηθοποιοί πάνω σε κάρα και άλογα εισέβαλαν στον χώρο. Ο «Ορλάνδος μαινόμενος» ταξίδεψε στο Παρίσι, θριάμβευσε ο Ρονκόνι, άνοιξε τον δρόμο στη Μνουσκίν και άλλους σκηνοθέτες.
Πίσω στην Ιταλία συνέχιζε να ανεβάζει το ένα έργο μετά το άλλο, να πειραματίζεται αναζητώντας την ελευθερία «του χρόνου, του χώρου, του παιχνιδιού», μακριά από τους περιορισμούς της «ιταλικής σκηνής». «Κάθε κείμενο επιβάλλει τον δικό του χώρο», έλεγε ο Ρονκόνι. Διηύθυνε θέατρα στο Τορίνο και στη Ρώμη και το 1999 ανέλαβε το Πίκολο Τεάτρο. Το ρεπερτόριό του εκλεκτικό, ανάμεσά του πολλά λογοτεχνικά κείμενα (Ναμπόκοφ, Ντοστογιέφσκι, Μπράντμπερι), αλλά και Σέξπιρ, Ιψεν, Κλάιστ, Ρακίνας, Ο’ Νιλ, Παζολίνι. Παράλληλα διέπρεψε στην όπερα, στα μεγάλα λυρικά θέατρα της πατρίδας του αλλά και της Γαλλίας.
Ο Ρονκόνι στην Επίδαυρο
Αύγουστο του 1985, με τη Μελίνα Μερκούρη στο υπουργείο Πολιτισμού και τον Κώστα Νίτσο στο Εθνικό, ο «σταρ» Ρονκόνι κατεβαίνει για πρώτη φορά στην Επίδαυρο σκηνοθετώντας την κρατική μας σκηνή στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Είναι το κοσμικό γεγονός του καλοκαιριού, καρφίτσα δεν πέφτει στο θέατρο κι ας είναι μια κωμωδία διαφορετική, σχεδόν μελαγχολική, χωρίς χοντρά αστεία. Και με πράγματα που ξενίζουν, όπως τα 40 χιλιάδες καλάμια που «σπέρνει» στην Ορχήστρα ο Διονύσης Φωτόπουλος και δημιουργούν κάποια προβλήματα στην ακουστική, το τρακτέρ πάνω στο οποίο μπαίνει ο Πλούτος (Γ. Δάνης), η τύφλωση στο τέλος του Χρεμύλου (Στ. Παράβας), η καθόλου πανηγυριώτικη μουσική του Δ. Σαββόπουλου.
Ηταν από τις πρώτες μοντέρνες, ελεύθερες προσεγγίσεις αρχαίου δράματος, που είδαμε στην Επίδαυρο, από έναν άνθρωπο, μάλιστα, που σε όλη την καριέρα του (ή μάλλον από μικρό παιδί) ενδιαφερόταν για το ελληνικό θέατρο. Σκηνοθέτησε «Ορέστεια», «Προμηθέα Δεσμώτη», «Μήδεια». Συχνά σε ανοιχτά θέατρα, όπως στις Συρακούσες. Το 2002 συγκρούεται ανοιχτά με τον Μπερλουσκόνι καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνησή του τον πιέζει να αφαιρέσει από παράσταση των «Βατράχων» φιγούρες που σατιρίζουν αυτόν και υπουργούς του.
Το 2004 ο Λούκα Ρονκόνι ξανάρθε για δεύτερη και τελευταία φορά στην Επίδαυρο. Με «Βάκχες» του Ευριπίδη από το Πίκολο Τεάτρο του Μιλάνου.
