Ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και πανεπιστημιακοί απαντούν στο αρχετυπικό, δαιδαλώδες και ολισθηρό ερώτημα «Γιατί γράφω;». Ενα ψηφιδωτό κειμένων που προσπαθεί να φωτίσει τη σκοτεινή ρίζα της γραφής. Απαντά ο Κώστας Μουρσελάς.*
Εκείνο που ξέρω είναι πως όταν άρχισα να γράφω τα πρώτα θεατρολογοτεχνικά κείμενά μου -γύρω στα δεκαπέντε μου περίπου- δεν είχα καμιά πρόθεση ούτε να σώσω τον κόσμο ούτε να τον αλλάξω· που άλλωστε ούτε και σήμερα νομίζω πως έχω κάτι τέτοιο στο μυαλό μου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως μακροπρόθεσμα η τέχνη δεν διαθέτει αυτή τη σοφή δυνατότητα, να επηρεάζει δηλαδή προς το καλύτερο τη ζωή μας. Διαφέρει το γιατί γράφουμε από το θετικό αποτέλεσμα που πιθανόν να έχει το έργο μας. Δεν νομίζω να διαφωνεί κανείς ότι μόνον ο πολιτισμός θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Σίγουρα, πάντως, τα κίνητρά μου όταν ξεκίνησα να γράφω ήταν συνήθως αρκετά ταπεινά. Βέβαια, ωριμάζοντας με τα χρόνια, συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι συνήθως γεννιούνται από τη φύση τους με κάποιες δεξιότητες και κάποια ταλέντα, που η ίδια η ζωή τούς παροτρύνει να τα καλλιεργήσουν για να τα χρησιμοποιήσουν ή, και τιμώντας τα, να τα εκμεταλλευτούν.
Κάπου μέσα σ’ αυτά τα πηγαία ταλέντα ανθεί και η πραγματική δημιουργία έργων τέχνης, που, θέλουμε δεν θέλουμε, σ’ ένα βαθμό μάς θυμίζει τη θεϊκή δημιουργία.
Κάποτε είχα σκεφτεί ότι με το έργο τους οι αληθινοί δημιουργοί διορθώνουν τα λάθη των θεών ή συμπληρώνουν τις παραλείψεις τους· γι’ αυτό και οι αρχαίοι τιμούσαν ως θεούς τούς αληθινούς δημιουργούς τους.
Αλλά, ακόμη και σήμερα, όσο κι αν έχουν ξεπέσει οι άνθρωποι, όσο κι αν έχουν εξαθλιωθεί, πάντα θα υπάρχουν και ’κείνοι που θα συνεχίσουν να τους τιμούν και να τους σέβονται.
Γεγονός πάντως είναι ότι κι εγώ δεν ξέρω γιατί πραγματικά γράφω. Αν το ψάξεις, θα δεις ότι είναι άπειρες οι αιτίες ―και όχι πάντα τόσο αθώες― αλλά κυρίως νομίζω πως είναι η ανάγκη μας να ξεχωρίσουμε και να διαπρέψουμε, και ακόμα βαθύτερα να το δούμε, κύρια αιτία είναι, όταν κάποια στιγμή πιστέψουμε και συνειδητοποιήσουμε ότι όντως η φύση μάς προίκισε μ’ αυτό το ταλέντο, εμείς τότε δεν πρέπει ούτε να το περιφρονήσουμε, ούτε να το νοθεύσουμε, αλλά αντίθετα, όσο μπορούμε να το τιμήσουμε. Ηδη είμαστε ο καθένας μας ένας μικρός θεός, γι’ αυτό και στη διάρκεια της δημιουργίας του έργου μας, οφείλουμε να παίξουμε σωστά αυτόν τον ρόλο, του μικρού θεού ―μακριά από μικρότητες― ξέροντας βέβαια πως όταν παραδώσουμε στον εκδότη μας ως τελικό προϊόν πια το έργο μας, ξαναγινόμαστε από θεοί άνθρωποι, με ό,τι σημαίνει αυτό.
*Τελευταίο βιβλίο του Κ. Μουρσελά είναι η επανέκδοση του μυθιστορήματός του «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» (Πατάκης, 2014)
