Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Μάριο Ντράγκι, ως επικεφαλής της ΕΚΤ, καθώς και οι επικεφαλής άλλων ευρωπαϊκών «ανεξάρτητων θεσμών» επιβεβαίωσαν πέντε φορές την ισχυρή θέλησή τους να ασκήσουν τον ανεξάρτητο και αμερόληπτο θεσμικό ρόλο τους, θέτοντας τα όρια στη νέα ελληνική κυβέρνηση.
Το γεγονός ότι από κοινού και συντονισμένα οδήγησαν την Ελλάδα σε απόλυτη πιστωτική ασφυξία, με δεδομένο ότι είναι ακόμα αποκλεισμένη από τις «ανεξάρτητες αγορές», αλλά και χωρίς τη δυνατότητα σύναψης διμερών δανείων από άλλες πηγές, εξαιτίας των συνεπειών των μνημονίων αλλά και των προβλεπόμενων από αυτό, είναι μια λεπτομέρεια η οποία δεν πρέπει να απασχολήσει τους θεσμούς, οι οποίοι έχουν μοναδικό στόχο να υπηρετούν τους διαιώνιους κανόνες, βάσει των οποίων λειτουργούν.
Τα πέντε σημεία της επιβεβαίωσης είναι τα παρακάτω:
♦ Βασικό σημείο της συμφωνίας του Eurogroup ήταν η επιστροφή του υπολοίπου των 11,2 δισ. ευρώ, τα οποία παρέμεναν αδιάθετα για τις ελληνικές τράπεζες, σε ανταπόκριση στο ελληνικό αίτημα να χρησιμοποιηθούν προσωρινά τα συγκεκριμένα κεφάλαια για την κάλυψη αναγκών του δημοσίου
♦ Ο ανεξάρτητος μηχανισμός SSM (Single Supervisory Mechanism), ένας νέος θεσμός εποπτευόμενος από την ΕΚΤ, απέρριψε την πρόταση της κυβέρνησης να αναλάβει ο κ. Μιχελής καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου στην Εθνική Τράπεζα, με το αιτιολογικό, όπως διέρρευσε, ότι απείχε τα τελευταία χρόνια από τον τραπεζικό τομέα και ότι δεν διέθετε γνώσεις και εμπειρία στη διαχείριση κινδύνων.
♦ Η ΕΚΤ αρνήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση την αύξηση του ορίου έκδοσης των εντόκων γραμματίων, καθώς αυτό θα σήμαινε απευθείας κρατική χρηματοδότηση και θα παραβίαζε τους καταστικούς κανόνες της ΕΚΤ.
♦ Ο κος Ντράγκι αρνήθηκε να αποδεχθεί τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, καθώς δεν αναγνώρισε την αρχική συμφωνία στο Eurogroup ως πρόγραμμα, βάσει του οποίου θα δεχόταν να προχωρήσει σε αυτή την κίνηση. Άθελά του, διέψευσε και τους Έληνες μνημονιοφόρους ότι η Ελλάδα μπήκε σε νέο μνημόνιο με τη συμφωνία του Eurogroup. Η ρευστότητα θα πρέπει να οδηγηθεί σε αυτούς που δεν την έχουν πραγματικά ανάγκη.
♦ Ο κος Ντράγκι, πάλι, αρνήθηκε την αύξησης της ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα, μέσω του ύστατου εργαλείου ELA, με το αιτιολογικό πάλι ότι αυτό θα κατέληγε σε έμμεση κρατική χρηματοδότηση. Μάλιστα, επισήμανε με ιδιαίτερα εμφανή και άμεσο τρόπο ότι η ΕΚΤ έχει ήδη διαθέσει 100 δισ. ευρώ μέσω αυτού του μηχανισμού στην Ελλάδα, ενώ κάτι αντίστοιχο δεν είχε δηλώσει το 2012, όταν πάλι είχε προκύψει ανάλογο θέμα.
Είναι προφανώς αδύνατο για τον μέσο πολίτη να μπορέσει να αμφισβητήσει αυτά τα επιχειρήματα, σε ένα σύστημα το οποίο έχει καταστεί τόσο πολύπλοκο, ώστε να μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιο ότι δεν γίνεται κατανοητό από τον μέσο πολίτη, προκειμένου να έχει ανεξέλεγκτο πεδίο δράσης.
Είναι κρίσιμο να αποδομηθούν τα πέντε status quo του κ. Ντράγκι και των υπολοίπων, καθώς και να κατανοήσουμε πώς συνδέεται ο ίδιος ο κος Ντράγκι με αυτό που βιώνουν οι Έλληνες, κυρίως από το 2012 και εντεύθεν, καθώς και να δούμε τι έχει συμβεί με τις ελληνικές –και όχι μόνο– τράπεζες, από την εποχή της απόλυτης ευφορίας έως την εποχή της ευρωπαϊκής εποπτείας. Στο τέλος, η λύση θα προκύπτει ως προφανής.
ΤΧΣ, ΕΚΤ, EFSF, EFSM, ESM, SSM, ESRB, SRM (οι θεσμοί) και ελληνικές τράπεζες
Προκειμένου το 2011 να πραγματοποιηθεί η διάσωση αρχικά της Πορτογαλίας και στη συνέχεια της Ιρλανδίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε δύο οχήματα ειδικού σκοπού, τον EFSM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης) και τον EFSF (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας). Ο πρώτος δημιουργήθηκε το 2010 με κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο δεύτερος το 2011, με κεφάλαια από τον πρώτο και το ΔΝΤ και έδρα το Λουξεμβούργο. Η κεφαλαιοποίηση του EFSM ήταν 60 δισ. ευρώ και του EFSF έφθασε στα 440 δισ. ευρώ, αναλαμβάνοντας από κοινού τις διασώσεις των δύο χωρών.
Το 2012, ο EFSF ανέλαβε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους (164 δισ. ευρώ), που είχε ήδη υποστεί αναδιάρθρωση με απομείωση αξίας για τους Έλληνες αποταμιευτές 75% σε τρέχουσες τιμές, με το PSI. Μετά το 2012 δημιουργήθηκε ένα νέο όχημα, ο ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας), ο οποίος θα αναλάμβανε τις επόμενες διασώσεις.
Όταν Ιρλανδία και Πορτογαλία αποπλήρωσαν τον EFSF με κεφάλαια τα οποία δανείστηκαν από τις αγορές, ο EFSF παρέμεινε με μοναδικό οφειλέτη – πελάτη την Ελλάδα. Όλως τυχαία, στα ηνία του EFSF είναι δύο Γερμανοί, οι κ.κ. Κλάους Ρέγκλιν και Τόμας Βίσερ.
Η δημιουργία ειδικών εργαλειακών μηχανισμών συνεχίστηκε και έτσι δημιουργήθηκε το ΤΧΣ (ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), ουσιαστικά ένα ημι-ανεξάρτητο παράρτημα του EFSF, που ανέλαβε την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, προηγήθηκαν διαδοχικές συγχωνεύσεις και απορροφήσεις τραπεζών και δραστηριοτήτων ξένων τραπεζών στην Ελλάδα, με τελικό αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σε 4 ελληνικές συστημικές τράπεζες, οι οποίες το 2013 κατείχαν το 98% των στοιχείων ενεργητικού του συνολικού τραπεζικού συστήματος και αυτό με την καθοδήγηση και έγκριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προφανώς, ανάμεσα στις υποχρεώσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι η δημιουργία ολιγοπωλιακών αγορών εντός της Ε.Ε., στο πλαίσιο της προώθησης του …υγιούς ανταγωνισμού.
Τα κεφάλαια που παρείχε το ΤΧΣ μέσω EFSF βάρυναν το ήδη δυσβάσταχτο χρέος του ελληνικού δημοσίου, το οποίο έλαβε προνομιούχες μετοχές στις Τράπεζες χωρίς δικαίωμα ψήφου στις αποφάσεις, ενώ κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία του συνόλου των μετοχών (αρχικά στη Eurobank περισσότερο από το 95%). Θεωρητικά, ο μέτοχος με προνομιούχες μετοχές αποζημιώνεται πρώτος σε σχέση με τον μέτοχο που κατέχει κοινές μετοχές, αλλά στην περίπτωση των τραπεζών στην τρέχουσα κατάσταση αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύσει. Αν μια τράπεζα καταστεί αφερέγγυα, κανείς μέτοχος δεν θα πληρωθεί. Παράλληλα, εκδόθηκαν και τα περίφημα δικαιώματα (warrants) δωρεάν υπέρ όσων ιδιωτών μετόχων συμμετείχαν στις τελευταίες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προκειμένου θεωρητικά να δοθεί ένα πρόσθετο έρεισμα για τη συμμετοχή τους, τα οποία όμως ζημίωναν το ελληνικό Δημόσιο, εφόσον αυτά εξασκούνταν.
Στο Γενικό Συμβούλιο του ΤΧΣ συμμετέχουν 9 μέλη, από τα οποία ένα εκπροσωπεί το ΥΠΟΙΚ και ένα την ΤτΕ. Από τα υπόλοιπα 7 μέλη, τα οποία πρέπει να διαθέτουν διεθνή τραπεζική εμπειρία, βάσει καταστατικού, τα 4 είναι υπήκοοι άλλων κρατών και 3 Έλληνες, με σχεδόν αποκλειστική εμπειρία στο εξωτερικό. Ένας εκ των 4 ξένων υπηκόων είναι ο κος Στέφαν Βίλκε, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είναι ταυτόχρονα Επίτροπος (Μη Εκτελεστικός) της ρυθμιστικής αρχής Jersey Financial Services, όπως διαβάζουμε από το τρέχον βιογραφικό του, το οποίο είναι ανηρτημένο στην ιστοσελίδα του ΤΧΣ.
Το Jersey είναι ένα διοικητικά εξαρτημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο νησί, με οικονομική αυτοτέλεια. Ο πληθυσμός του αριθμεί 97.000 κατοίκους, ενώ αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς εξωχώριους χρηματοοικονομικούς παραδείσους. Προφανώς, αυτό δεν είναι σύγκρουση συμφερόντων, δηλαδή ο κος Βίλκε μπορεί να μεριμνά για την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα, αφοσιωμένος στη διακράτηση των καταθέσεων για τη στήριξη του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ παράλληλα, είναι Επίτροπος στη ρυθμιστική αρχή του Jersey, στο οποίο διοχετεύεται μέρος των πλεονάζοντων καταθέσεων των ελλήνων πολιτών στις ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να απαλλάσσεται περιττό βάρος από αυτές.
Με τις γνώσεις ενός επιφανούς οικονομολόγου, ο κος Χαρδούβελης μετέφερε το 2012 στο Jersey ένα μέρος της πλεονάζουσας και εξίσου περιττής για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κινητής περιουσίας του, όταν ως οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού κου Παπαδήμου – καθώς ο τελευταίος δεν είχε ιδιαίτερη γνώση των οικονομικών και χρειαζόταν να προσλάβει ένα σύμβουλο – φοβήθηκε την οικονομική κατάρρευση στην Ελλάδα, και, προκειμένου στη συνέχεια να ξεπεράσει τις φοβίες του, του χορηγήθηκε ως φάρμακο η θέση του Υπουργού Οικονομικών από τον κο Σαμαρά. Σημειωτέον, ο κος Παπαδήμος είχε ξαναχρειαστεί τις οικονομικές γνώσεις του κου Χαρδούβελη, το 1994, όταν ανέλαβε τη θέση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και τον προσέλαβε ως οικονομικό σύμβουλο και αναπληρωτή του στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Από τους 4 Έλληνες του ΤΧΣ, οι κ.κ. Σκλαβούνης (Πρόεδρος) και Ζαφειρίου, όπως διαβάζουμε, κατείχαν σημαίνουσες θέσεις στην ελβετική τράπεζα Credit Suisse, όπως επίσης και η κα Σακελλαρίου, Διευθύνουσα Σύμβουλος του ΤΧΣ, καθώς και ο κος Μεγάλου, ο οποίος διορίστηκε από το ΤΧΣ Διευθύνων Σύμβουλος στη Eurobank, όταν το ελληνικό Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ, κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία των μετοχών της τράπεζας. Κατά σύμπτωση, η Credit Suisse αποτελεί ένα διάσημο παραθεριστικό προορισμό των πλεονάζοντων και λιμνάζοντων καταθέσεων ελλήνων πολιτών στις ελληνικές τράπεζες.
Από το Νοέμβριο του 2014 τα 120 χαρακτηρισμένα ως συστημικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ευρώπη πέρασαν στην εποπτεία του SSM (Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός), ενός νέου οργάνου υπό την εποπτεία της ΕΚΤ. Ο χαρακτηρισμός μιας τράπεζας ως συστημικής γίνεται με βάση 4 κριτήρια τα οποία τέθηκαν από την ΕΚΤ. Τον Ιανουάριο του 2015 υπήραν 6.541 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δραστηριοποιούνταν στην Ευρωζώνη, αλλά μόνο τα 120 από αυτά κρίθηκαν απαραίτητο να περάσουν στην εποπτεία της ΕΚΤ.
Κατόπιν της άνευ προηγουμένου συγκέντρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η οποία προηγήθηκε, 4 πλέον τράπεζες κατείχαν το 98% του συνόλου του ενεργητικού όλου του τραπεζικού συστήματος, με συνέπεια ουσιαστικά να περάσει όλο το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα υπό την εποπτεία και τον ουσιαστικό έλεγχο της ΕΚΤ. Μοναδικές τράπεζες με ελάχιστη παρουσία, οι οποίες παραμένουν στον έλεγχο της Τράπεζας Ελλάδος η Αττικής και Πανελλήνια, ενώ με την ελάχιστη δυνατή δραστηριότητα έχουν παραμείνει και η HSBC, την οποία μας θύμισε ο κος Χαρδούβελης, καθώς και η Citibank. Στον αντίποδα, από τα 1.820 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – με στοιχεία τέλους 2013 – που δραστηριοποιούνται στη Γερμανία, μόνο 21 τραπεζικοί όμιλοι έχουν περάσει στην εποπτεία της ΕΚΤ και τα υπόλοιπα ιδρύματα παραμένουν υπό τον έλεγχο της εποπτικής αρχής της Γερμανίας BAFIN. Η ΤτΕ παραχώρησε στην ΕΚΤ το 2002 το εκδοτικό δικαίωμα και μαζί με αυτό έχασε το 2010 το ελληνικό κράτος το εργαλείο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, για να απωλέσει στη συνέχεια και το δεύτερο ρόλο της, το 2013, την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, προβλήματα που όχι μόνο, είτε με εμφανή ή αφανή τρόπο αντιμετώπισε επιτυχώς η Γερμανία για το εσωτερικό της, αλλά τα εκμεταλλεύεται με τον πλέον πασιφανή τρόπο προς όφελός της, όσον αφορά στις χώρες της περιφέρειας.
Στα πλαίσια αυτά, ο ανεξάρτητος SSM της ανεξάρτητης ΕΚΤ αρνήθηκε τον ορισμό του κου Μιχελή ως ΔΣ στην Εθνική Τράπεζα. Προφανώς, αν ο ίδιος είχε παραμείνει στον τραπεζικό τομέα, οδηγώντας τον με το δικό του μερίδιο στη σημερινή κατάσταση, δεν θα αντιμετώπιζε πρόβλημα παραμονής, αφού δεν ακούσαμε ώς σήμερα αλλαγές στα υφιστάμενα διοικητικά σχήματα. Παράλληλα, αυτό δείχνει και την προσήλωση της ΕΚΤ στις βασικές δημοκρατικές ιδέες και τον δημοκρατικό, ανοιχτό και ανεξάρτητο τρόπο λειτουργίας, κρατών, θιεσμών και του ιδιωτικού τομέα. Οι εκπρόσωποι κάποιων funds, τα οποία διαχειρίζονται χρήματα τρίτων ή ταμείων και αποτελούν την μειοψηφία των μετόχων στις τράπεζες μπορούν να καθορίζουν διοικητικά σχήματα, αλλά η νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας που εκπροσωπεί το σύνολο των ελλήνων φορολογούμενων και κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών στις ελληνικές τράπεζες, δεν μπορεί να έχει άποψη για τη διοίκησή τους.
Δύο ακόμα θεσμοί, υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, είναι το ESRB (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου), του οποίου πρόεδρος είναι ασφαλώς ο Μάριο Ντράγκι, και το SRM (Μοναδικός Μηχανισμός Διευθέτησης). Το ESRB συστήθηκε το 2010, προκειμένου να εντοπίζει και αντιμετωπίζει τους συνολικούς κινδύνους του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το παράξενο είναι ότι όσο περισσότερα χρήματα επενδύονται στη διαχείριση κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και δημιουργούνται θεσμοί για την πρόβλεψη και αντιμετώπιση κρίσεων, τόσο περισσότερες και πιο ισχυρές κρίσεις εμφανίζονται. Αυτό δείχνει αντιφατικό και στην πραγματικότητα είναι, αλλά έχει εξήγηση, μόνο που δεν είναι εφικτό να αναπτυχθεί στο συγκεκριμένο κείμενο. Μην αναμένετε πάντως από το χρηματοπιστωτικό σύστημα να επιλύσει εξ ιδίων τις κρίσεις του, με κάθε μέσο θα τις διευρύνει. Αξίζει όμως να μάθουμε κάποια στιγμή πόσα χρήματα επενδύθηκαν από το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, προκειμένου να προσαρμοστεί με τις απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙ, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως και σήμερα, όταν έχει οδηγηθεί σε ουσιαστική κατάρρευση.
Τέλος, η ΕΚΤ θεσμοθέτησε και τον SRM (Μοναδικός Μηχανισμός Διευθέτησης), ο οποίος καλύπτει τη διαχείριση απαιτήσεων από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που τίθενται σε καθεστώς εκκαθάρισης, εντός της Ε.Ε., αρχής γενομένης από 1/1/2016. Τα γρήγορα ανακλαστικά της Ε.Ε. θέτουν σε λειτουργία τον μηχανισμό 8 χρόνια μετά την κατάρρευση και κρατική «διάσωση» του ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος και πέντε χρόνια μετά την έναρξη των ενεργειών «διάσωσης» του ελληνικού και κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Στους προαναφερθέντες θεσμούς και μηχανισμούς, προσθέστε το ΔΝΤ, το ILO, τον ΟΟΣΑ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωκοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Eurogroup, το EWG (Euro Working Group), την ECOFIN, την DGComp (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού) και όποιον άλλο θεσμό έχετε τελευταία ακούσει ή ανακαλείτε στη μνήμη σας.
Ποιος ο λόγος να υπάρχει ένα τόσο πολυδαίδαλο σύστημα; Μια πρώτη απλή απάντηση είναι για να βολευτούν αρκετοί γραφειοκράτες και αυτοί σίγουρα το έχουν επιτύχει για τον εαυτό τους. Χωρίς να είναι λάθος, δεν απαντά στο ερώτημα, ελαφρώς αναδιατυπωμένο. Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η δημιουργία ενός τόσο πολυδαίδαλου μηχανισμού αλληλοσυμπληρούμενων θεσμικών οργάνων, ειδικά στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Μια απάντηση που μπορούμε πιθανώς να λάβουμε από τους ίδιους είναι ότι εφαρμόζουμε την αρχή των «κινέζικων τοίχων» (Chinese walls), με βάση την οποία κάθε θεσμός εξειδικεύεται σε συγκεκριμένο ρόλο και δεν επηρεάζεται ούτε επηρεάζει τη λειτουργία των υπολοίπων, με αποτέλεσμα να είναι πιο αποτελεσματικός και να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Πιο πειστική θα ήταν η απάντηση της διοικητικής ανέλιξης των γραφειοκρατών, ειδικά σε μια εποχή που οι ίδιοι οι θεσμοί διακηρύσσουν και προσπαθούν να εφαρμόσουν τη μείωση της κρατικής γραφειοκρατίας, γιατί οι κινέζικοι τοίχοι είναι μάλλον ορθάνοιχτες κουρτίνες.
Μια συλλογιστική που δείχνει να είναι η πλέον ενδεδειγμένη να απαντήσει καλύτερα στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι ότι δημιουργώντας όλο αυτό το πλέγμα, μπορείς εύκολα να συγκεντρώνεις αδιάκοπα όλο και περισσότερες αποφάσεις στο κέντρο, με τον κατακερματισμό και τη διανομή τους σε διαφορετικούς μηχανισμούς, με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείς τα όρια των εθνικών αποφάσεων από εκλεγμένες κυβερνήσεις.
Ασφαλώς, σε πολιτικό επίπεδο αυτή η κίνηση είναι σημαντική και αποτελεσματική, καθώς κάποιος εύκολα μπορεί να διαπιστώσει την επιβολή της Γερμανίας και των χωρών δορυφόρων της σε όλα τα θεσμικά όργανα. Αυτός ο τρόπος μάλιστα είναι πιο αποτελεσματικός από το να υπάρχουν μόνο δύο έως τρεις ευρωπαϊκοί θεσμοί και η Γερμανία να έχει την αποκλειστική ηγεσία τους, καθώς αυτό θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις. Η Γερμανία, ως de facto ηγεμονικό κράτος εντός της Ε.Ε., κατανέμει κατάλληλα τις δυνάμεις της με τη συνδρομή χωρών δορυφόρων σε μια σειρά από θεσμικά όργανα, χωρίς να εγείρει αντιδράσεις.
Όμως, η αποκλειστική αναγωγή της Γερμανίας ως κράτος που επιβάλλεται σε όλα τα υπόλοιπα, μέσω ενός πλαισίου αναζήτησης χωρών δορυφόρων και χωρών θυμάτων, και το οποίο ενιαία εκφράζει τη λαϊκή βούληση των πολιτών της – ενώ οι τελευταίοι και για τις ανάγκες της συγκεκριμένης αφήγησης έχουν μετονομαστεί σε φορολογούμενους – παραγνωρίζει την πιο ουσιώδη διάσταση κυρίαρχης πολιτικής της Ε.Ε. Η Γερμανία διαθέτει την ισχυρότερη κεφαλαιακή δομή στην Ε.Ε., την οποία μάλιστα ενισχύει το κράτος με συμμετοχή σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, προς όφελος των ισχυρών ιδιωτών μετόχων τους, και ως τέτοια εκφράζει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, χωρίς να παραγνωρίζονται οι συγκρούσεις που διεξάγονται εντός αυτής. Αυτή η διάσταση εξηγεί και τη φιλική στάση ισχυρών κρατών της Ευρώπης, τα οποία δεν αποτελούν δορυφόρους της, αλλά αναδεικνύουν και ενισχύουν τον ηγεμονικό ρόλο της.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις που ηγούνται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης ακολουθούν τη Γερμανία, όχι εξαιτίας φόβου έναντι του κραταιού γερμανικού κράτους, αλλά υπερασπιζόμενες τα συμφέροντα της δικής τους άρχουσας τάξης, η οποία βρίσκεται σε ένα σημείο ισορροπίας με τη γερμανική άρχουσα τάξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων και οι σχέσεις που διατηρούσε η ελληνική άρχουσα τάξη, η οποία ονομάστηκε ολιγαρχία και έτσι διαφοροποιήθηκε ο ρόλος της ηθικά έναντι της γερμανικής, με την τελευταία. Αυτό φαίνεται σε επιχειρηματικές συμπράξεις. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε καλύτερα να εξηγήσουμε την προφανή γερμανική ηγεμονία.
Παράλληλα, θα πρέπει να τονιστεί ότι μέσα σε αυτή την πολυδαίδαλη δομή από αμέτρητους θεσμούς, οι οποίοι θεωρητικά καλύπτουν όλες τις θεσμικές ανάγκες εντός της Ε.Ε., στην πραγματικότητα ανακαλύπτουμε δύο κύριες επιπτώσεις στη λειτουργία τους. Η πρώτη είναι ότι η συγκεκριμένη χαοτική δομή επιφέρει προφανώς συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ίδιων των θεσμών, καθώς οι επικεφαλής προσπαθούν να κατοχυρώσουν και να διευρύνουν την περίμετρο εξουσίας τους εντός των συσχετισμών δύναμης που έχουν προκύψει. Η δεύτερη και η πιο σημαντική είναι ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι ίδιοι οι θεσμοί λειτουργούν αντιθεσμικά, κυρίως στα πιο κρίσιμα θέματα
Εκτός από την ανάδειξη του εξωθεσμικού ρόλου της τρόϊκας, από ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κανείς δεν έχει αναφερθεί στο κύριο εργαλείο χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών και, κατά συνέπεια της ελληνικής οικονομίας, έστω και στον ελάχιστο βαθμό που αυτή σήμερα χρηματοδοτείται. Το εργαλείο αυτό ονομάζεται ELA (Emergency Liquidity Assistance) και μεταφράζεται ως Παροχή Βοήθειας Έκτακτης Ανάγκης. Με διακυμάνσεις, ως προς το ύψος του ποσού, αυτός ο μηχανισμός αποτελεί το βασικό εργαλείο παροχής ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες εδώ και πέντε χρόνια και εξακολουθεί να ονομάζεται ακόμα έκτακτης ανάγκης.
Η χρήση του συγκεκριμένου εργαλείου ξεκίνησε άτυπα, ενώ στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε. Παρά ταύτα, δεν έχουν προβεί σε καμία ενέργεια για να το αντικαταστήσουν από ένα άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο, η δημιουργία του οποίου δεν θα κόστιζε παρά ελάχιστο χρόνο στη γραφειοκρατία της Φρανκφούρτης και δεν θα έφερε αυτή την αντιφατική ονομασία. Αυτό είναι ενδεικτικό για τις ικανότητες ανθρώπων οι οποίοι διαχειρίζονται τις τύχες της Ευρώπης σήμερα. Εκτός και αν αυτό γίνεται από πρόθεση, προκειμένου να υπάρχει ανά πάσα στιγμή η δυνατότητα να επιβληθούν αποφάσεις, με την υπονοούμενη απειλή άμεσης διακοπής λειτουργίας του εργαλείου, οπότε σε αυτή την περίπτωση οι ικανότητες παραχωρούν τη θέση τους σε βουλές και προθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα είναι απερίγραπτα μεγάλο και πρέπει να επιλυθεί.
Ο κος Ντράγκι και η σύγχρονη αυτοκρατορία του ΜΙΤ στην Ευρώπη της ύφεσης
To MIT (Massachusetts Institute of Technology) είναι ίσως το πιο γνωστό πολυτεχνείο στον κόσμο. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι το συγκεκριμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα διαθέτει ένα από τα πλέον επιτυχημένα τμήματα οικονομικών στον κόσμο, επίσης, αναδεικνύοντας μια πλειάδα κατόχων βραβείων Νόμπελ. Ο κος Μάριο Ντράγκι έλαβε το διαδακτορικό του από το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, το 1977, υπό τον μετέπειτα νομπελίστα ιταλό καθηγητή Φράνκο Μοντιλιάνι. Το ίδιο έτος έλαβε επίσης το διδακτορικό του ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ, ο οποίος έως σήμερα είναι καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπως επίσης και ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, ένας από τους πιο επιφανείς κεϋνσιανούς της εποχής μας.
Το επόμενο έτος έλαβε το διδακτορικό του από το ίδιο πανεπιστήμιο ο γνωστός μας κος Λουκάς Παπαδήμος, με καθηγητή τον κο Μοντιλιάνι, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί το 1975 στο έργο NAIRU. Το 1978, επίσης, ο κος Χαρδούβελης έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο από το ίδιο πανεπιστήμιο. Η κοινή σταδιοδρομία των δύο ανδρών περιγράφηκε προηγουμένως. Τέλος, το 1979 απέκτησε το διαδακτορικό του και ο Μπεν Μπερνάνκε, επικεφαλής της FED από το 2006 έως το 2014. Οι αμερικάνοι διδάκτορες του ΜΙΤ της Μπερνάνκε και Κρούγκμαν είναι υπέρμαχοι της αντίθετης πολιτικής ως απάντηση στην κρίση από αυτή που σχεδίασαν και εφάρμοσαν οι ευρωπαίοι προαναφερθέντες συναπόφοιτοί τους στη Γηραιά Ήπειρο. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι αν οι προπτυχιακοί φοιτητές ενός πανεπιστημίου είναι ένας σημαντικός αριθμός, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζονται αρκετοί από αυτούς μεταξύ τους, το αντίθετο ισχύει για υποψήφιους διδάκτορες και σε μικρότερο βαθμό μεταπτυχιακούς φοιτητές, κυρίως 40 χρόνια πριν.
Το 2006, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ δημοσίευσε μια εργασία του, η οποία είχε ως στόχο να προτείνει μια λύση για την αύξηση της μειωμένης ανταγωνιστικότητας της πορτογαλικής οικονομίας. Η λύση δεν ήταν άλλη από την νεωτερική ιδέα της εσωτερικής υποτίμησης εντός του €, καθώς σύμφωνα με την εργασία του Μπλανσάρ η σταδιακή μείωση της ονομαστικής αξίας των μισθών – το οποίο ουδέποτε είχε αναφερθεί στο παρελθόν – θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, έως ότου την φέρει σε σημείο ισορροπίας. Το 2008 ο Μπλανσάρ χρίστηκε επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, θέση που διατηρεί έως και σήμερα.
Η προσφυγή του Γιώργου Παπανδρέου στο ΔΝΤ, τον Μάϊο του 2010, οδήγησε στο μνημόνιο, το οποίο υλοποιούσε πειραματικά για πρώτη φορά την ιδέα του Μπλανσάρ περί εσωτερικής υποτίμησης. Η εφαρμογή της ήταν ιδαίτερα χαμηλού βεληνεκούς επί κυβέρνήσεως Παπανδρέου, καθώς περιορίστηκε σε μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις του δημόσιου τομέα. Σύμβουλος οικονομικών θεμάτων του πρωθυπουργού ήταν ο Λουκάς Παπαδήμος.
Στις 31 Οκτωβρίου του 2011 ο συναπόφοιτος του Μπλανσάρ Μάριο Ντράγκι αντικαθιστά τον Τρισέ στην Προεδρία της ΕΚΤ. Είχε προηγηθεί από το Φεβρουάριο του 2011 η υπόδειξή του από τους Financial Times και τον Economist, ενώ τον Απρίλιο η Wall Street Journal ανέφερε ότι είχε την έγκριση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και η Bild τον ονόμασε ως τον «πιο Γερμανό από όλους τους υποψηφίους». Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η προϋπηρεσία του στη Goldman Sachs.
Στις 11 Νοεμβρίου, δηλαδή μόλις 11 μέρες αργότερα, ο Λουκάς Παπαδήμος ορκίζεται νέος μη εκλεγμένος Πρωθυπουργός της Ελλάδας, με την αιτιολογία ότι ήταν ένα πρόωπο διεθνούς βεληνεκούς που έχαιρε μεγλάης εκτίμησης στο εξωτερικό, έχοντας ως οικονομικό σύμβουλό του τον Γκίκα Χαρδούβελη, ο οποίος προβάλλεται ιδιαίτερα από τα Μ.Μ.Ε. Τον Ιανουάριο του 2012, ο Παπαδήμος ξεκίνησε τη θητεία του με προαναγγελία της μείωσης του ελάχιστου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, συνοδευόμενης από μειώσεις όλων των υπερκείμενων μισθών, καθώς και με εξαγγελίες για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, μέτρα τα οποία, όπως είπε, ανέμεναν οι δανειστές της Ελλάδας, βασικοί εκπρόσωποι των οποίων ήταν οι συναπόφοιτοί του. Ένα μήνα μετά πραγματοποιείται το PSI, το οποίο επεκτείνει την εσωτερική υποτίμηση στις περιουσίες ελλήνων πολιτών και ασφαλιστικών ταμείων, αφού πρώτα οι μεγάλες ευρωπαϊκές ιδιωτικές τράπεζες είχαν απομακρυνθεί από τα ελληνικά ομόλογα. Γενικότερα, η θητεία του κου Παπαδήμου μπορεί να ταυτιστεί με τα πιο σκληρά και ουσιώδη μέτρα του μνημονίου, όλα στο βωμό της αύξησης της ιερής ανταγωνιστικότητας.
Η εσωτερική υποτίμηση παρουσιάστηκε ως ισοδύναμη με την υποτίμηση του νομίσματος, με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν είχε νόμισμα που θα μπορούσε να υποτιμήσει. Ασφαλώς, αυτό είναι ένα σαθρό επιχείρημα, το οποίο αποκρύπτει την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι με την υποτίμηση του νομίσματος το κόστος διαχέεται σε όλους τους πολίτες, εφόσον βέβαια η περιουσία τους και το εισόδημά τους αποτιμούνται σε τοπικό νόμισμα. Στην εσωτερική υποτίμηση μειώνονται μόνο μισθοί και συντάξεις, εισοδήματα χαμηλά αμειβόμενων ελεύθερων επαγγελματιών και κατά περίπτωση περιουσιακά στοιχεία, κυρίως ακίνητα. Όμως, με δεδομένο τον μεγάλο όγκο δανεισμού, η αξία των δανείων παραμένει αμετάβλητη – ενώ στη νομισματική υποτίμηση η πραγματική αξία του δανείου μειώνεται από τον πληθωρισμό που ακολουθεί – με αποτέλεσμα το πραγματικό υπλλειπόμενο μετά τις δανειακές υποχρεώσεις εισόδημα των μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών ουσιαστικά εκμηδενίζεται. Θα πρέπει να προσθέσει κανείς και την υπερφορολόγηση, που επίσης βαραίνει μισθωτούς και συνταξιούχους και εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει ότι η εσωτερική υποτίμηση τελικά είχε ως στόχο την βίαιη αναδιανομή, σε εισοδήματα και περιουσίες, εις όφελος του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού.
Ο ρόλος των τραπεζών
Βάσει της θεωρίας, αλλά και πρακτικά, ο ρόλος των τραπεζών είναι διαμεσολαβητικός στην οικονομία, μεταφέρουν πόρους από τις πλεονασματικές μονάδες της κοινωνίας στις ελλειμματικές. Κοινώς αποδέχονται καταθέσεις, με τις οποίες χορηγούν δάνεια και αγοράζουν κυρίως ομόλογα. Εδώ εγείρονται δύο βασικά θέματα. Πρώτον, οι τράπεζες επιτελούν το ρόλο τους στην πράξη, αλλά πώς και με ποιον σκοπό; Όπως αποδεικνύεται, επίσης, αυτός δεν είναι ο μοναδικός ρόλος των τραπεζών. Οι τράπεζες ασκούν πολιτική, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Όσον αφορά στο θεσμικό ρόλο τους, τα στελέχη των τραπεζών αποφάσιζαν στην περίοδο της ανάπτυξης σε ποιούς θα διοχετεύσουν τις αποταμιεύσεις των πολιτών, με ποιούς όρους και για ποιούς σκοπούς. Κανόνες ασφαλώς υπάρχουν, αλλά αυτοί δεν προβλέπουν αν οι αποταμιεύσεις της κοινωνίας θα διοχετευτούν για παραγωγικές δραστηριότητες, οι οποίες θα αυξήσουν το εθνικό εισόδημα και θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Οι κανόνες αφορούν την πιστοληπτική αξιολόγηση του υποψήφιου δανειολήπτη και αυτή μπορεί να τη στηρίξει η δημιουργική λογιστική.
Αν δούμε την περίοδο από την προενταξιακή διαδικασία στο ευρώ, έως και την εμφάνιση της κρίσης στην ελλάδα το 2009, ο τραπεζικός δανεισμός είχε δύο κατευθύνσεις, την μετανάστευση της παραγωγικής δραστηριότητας προς χώρες χαμηλότερου κόστους παραγωγής και την δημιουργία της ελληνικής φούσκας καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από το αναμενόμενο, με βάση τους άνευ προηγουμένου ρυθμούς αύξησης του τραπεζικού δανεισμού. Ακριβώς αυτή η πολιτική των τραπεζών οδήγησε στην αύξηση του ελλείμματος και τις αναγκαστικές προσλήψεις στον Δημόσιο τομέα, με οποιαδήποτε μορφή, προκειμένου να αντιμετωπιστεί πρόσκαιρα και χωρίς προοπτική η ένδεια του ιδιωτικού τομέα, μετά τους Ολυμπιακούς του 2004.
Μια άλλη πτυχή του δανεισμού χωρίς ουσιώδεις κανόνες για τις Τράπεζες, είναι ότι αυτός μπορεί να καθορίσει ποιοι επιχειρηματίες θα επικρατήσουν στους κλάδους της οικονομίας. Εντός της ευχέρειας των κανόνων με τους οποίους λειτουργούν οι τράπεζες, το εγκεκριμένο ύψος δανεισμού, η τιμολόγηση και οι λοιποί όροι που προβλέπονται από τις δανειακές συμβάσεις μπορούν εντός του ίδιου κλάδου να καταστήσουν κάποιες επιχειρήσεις πιο ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλες, ακόμα και αν σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του ισολογισμού και των προϊόντων ή υπηρεσιών που διαθέτουν είναι ισοδύναμα.
Στη σημερινή κατάσταση, τα ίδια στελέχη τα οποία με δικές τους αποφάσεις χορηγούσαν τα δάνεια, ακολουθώντας υποθέτουμε ένα γενικό πλαίσιο κανόνων, αλλά με βάση τα δικά τους εξειδικευμένα και προσωπικά κριτήρια, καλούνται σήμερα να διαχειριστούν το αντίστροφο πρόβλημα. Ποιές επιχειρήσεις θα οδηγηθούν στην πτώχευση και ποιές θα κατορθώσουν να παραμείνουν σε λειτουργία, με την αναδιάρθρωση του χρέους το οποίο οι ίδιοι ενέκριναν και ώθησαν, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο ένα κραταιό ρόλο σε ένα ολιγοπωλιακό ή και μονοπωλιακό περιβάλλον. Το θεσμικό πλαίσιο δεν ελέγχει γιατί δόθηκαν δάνεια με συγκεκριμένους όρους σε μια επιχείρηση από μια ομοειδή αντίστοιχη, ούτε γιατί ένα δάνειο απορρίφθηκε ενώ ένα άλλο εγκρίθηκε.
Πέραν όμως από τον καθοριστικό ρόλο τους στην λειτουργία της οικονομίας, οι τράπεζες επηρεάζουν άμεσα ή και έμμεσα τις ίδιες τις πολιτικές αποφάσεις. Η διαδρομή των κ.κ. Παπαδήμου και Χαρδούβελη είναι χαρακτηριστική, αλλά δεν είναι μοναδική. Υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών αξιοποιούνται σε σημαντικούς θεσμικούς ρόλους και το αντιστροφο και αυτό δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία.
Απάντηση στο πρόβλημα της εσωτερικής υποτίμησης και του ρόλου των τραπεζών
Τα αποτελέσματα της εσωτερικής υποτίμησης είναι προφανή για την πλειοψηφία των πολιτών, όμως δεν είναι εξίσου προφανής ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος. Η λύση θα έρθει μάλλον ως μοναδική επιλογή, με την ωρίμανση των περιστάσεων. Η βασική επιλογή, σε κάθε περίπτωση, είναι η πολιτική της Ευρώπης να στρίψει 180 μοίρες, με υλοποίηση της καταστατικά προβλεπόμενης σύγκλισης των οικονομιών, μέσω της ουσιαστικής και παραγωγικής ανάπτυξης με συγκεκριμένο πρόγραμμα, στοχευμένα στις χώρες που πάσχουν από παραγωγικά ελλείμματα και ύφεση. Προϋπόθεση είναι η διευθέτηση του χρέους, αναγκαία συνθήκη για την έξοδο από την ύφεση.
Αν η βασική επιλογή δεν υλοποιηθεί, τότε απομένει ως μοναδική λύση πλέον, προϊόντος του χρόνου και δεδομένης της αποτυχίας της απόπειρας καθιέρωσης ενός κοινού νομίσματος στη βάση ισχυρών θεμελίων και με ρόλο υποστήριξης των οικονομιών στις οποίες έχει υιοθετηθεί αντί του υποσκάπτοντος ρόλου που βιώσαμε, η σταδιακή διαδικασία επανάκτησης του εκδοτικού δικαιώματος από τις χώρες της ευρωζώνης, με την αντίστροφη πορεία από αυτή που έγινε η καθιέρωσή του. Αυτό θα συμβεί, ακόμα και αν η αποδοχή του € στην Ελλάδα φθάσει το 99,99%, με πρωτοστάτη στην διατήρησή του την Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ και με οποιαδήποτε κυβέρνηση. Επίσης, δεν είναι καθόλου απαραίτητο ότι η πρώτη χώρα που θα το εφαρμόσει θα είναι η Ελλάδα.
Πριν την καθιέρωση του € το 2002, το κάθε εθνικό από τα συμμετέχοντα κράτη νόμισμα ήταν συνδεδεμένο με το € με τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, από το 1999, μέσω του ECU, με ανώτερο και κατώτερο επιτρεπτό περιθώριο διακύμανσης ( 15%), ενώ η Ελλάδα συνδέθηκε καθυστερημένα το 2001. Αυτό απέτρεψε τις κερδοσκοπικές επιθέσεις σε νομίσματα, από την ημερομηνία που αποφασίστηκε η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, έως την καθιέρωσή του.
Η μέθοδος θα πρέπει να υπακούει στην ίδια λογική και στην αντίθετη κατεύθυνση. Για ένα χρονικό διάστημα ένα νέο τοπικό νόμισμα δεν θα πρέπει να είναι διαπραγματεύσιμο στις αγορές και θα πρέπει να λειτουργεί με αυστηρούς περιορισμούς. Η ισοτιμία του θα καθορίζεται διοικητικά, αρχικά σε σχέση 1:1 με το ευρώ, με μηδενικό κόστος μετατροπής, αλλά με τους αναγκαίους περιορισμούς, ενώ θα πρέπει να υπάρχει ένας αυστηρός μηχανισμός που θα καθορίζει την κυκλοφορία και διακράτηση του €, σε όποια χώρα εφαρμόζεται. Οποιαδήποτε αύξηση της προσφοράς χρήματος – η οποία στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη διάλεκτο έχει υποβιβαστεί λεκτικά σε ποσοτική χαλάρωση, προκειμένου να δοθεί σε αυτή ένας αρνητικός χαρακτήρας – θα πρέπει σχεδιασμένα να οδηγείται σε παραγωγικές δραστηριότητες με στόχο την αύξηση του ΑΕΠ και την τόνωση της απασχόλησης.
Αυτό σημαίνει όμως και αντίστοιχη προσαρμογή του μηχανισμού διοχέτευσης της ρευστότητας στην οικονομία, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον τραπεζικό τομέα, που θα πρέπει να λειτουργεί σε ένα νέο πλαίσιο και αυστηρά εποπτευόμενο από ανοικτούς και διαφανείς θεσμούς, καθώς και με τις κατάλληλες διοικήσεις. Βασική, επίσης, προϋπόθεση της παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι η πληροφόρηση για τις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και τις οποιεσδήποτε επιδοτήσεις και λοιπές ενισχύσεις να είναι ανοικτά διαθέσιμη στην κοινωνία και κατά συνέπεια άμεσα ελέγξιμη, όπως και ο σκοπός και τα αποτελέσματα αυτών. Αυτό θα εξαναγκάσει τον τραπεζικό τομέα να στραφεί στον πραγματικό ρόλο του, ενισχύοντας παραγωγικές μονάδες, τα προϊόντα των οποίων είναι αναγκαία για την κοινωνία και ενισχύουν την οικονομία και να λειτυργεί με αντικειμενικά κριτήρια.
Η υποτίμηση του νομίσματος στη συνέχεια, για τις χώρες με αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες στην οικονομία, δεν είναι αναγκαίο να είναι σημαντική, εφόσον αυτό γίνει μεθοδευμένα και υπό την προϋπόθεση της διευθέτησης του χρέους συνολικά στην Ευρώπη. Η υποτίμηση μπορεί να γίνεται σταδιακά, βάσει προγράμματος και με συγκεκριμένους στόχους, ενώ με τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας οι υποτιμητικές ανάγκες μπορεί να μειώνονται, φθάνοντας γρηγορότερα σε ένα σημείο ισορροπίας, από το οποίο η σώρευση των απαραίτητων κεφαλαίων θα μπορεί να χρηματοδοτεί νέες παραγωγικές, ανταποδοτικές επενδύσεις στην οικονομία.
Είναι φυσικό να ρωτήσει κάποιος, αν πρέπει να επιλεγεί η υποτίμηση του νομίσματος, τότε ποια η διαφορά με την εσωτερική υποτίμηση; Όπως προαναφέρθηκε, ενώ η εσωτερική υποτίμηση προβλήθηκε ως ισοδύναμη εναλλακτική με τη νομισματική υποτίμηση για χώρες που δεν διαθέτουν ανεξάρτητο νόμισμα, στην πραγματικότητα είναι δύο επιλογές με εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Η πρώτη πραγματοποιεί εσωτερική αναδιανομή προς όφελος των ολίγων, ενώ η δεύτερη κατανέμει αναλογικά τα βάρη. Παράλληλα, όπως είδαμε, η εσωτερική υποτίμηση οδήγησε νομοτελειακά σε μια ισχυρή τύρβη ύφεσης, καθώς με την αναδιανομή που επέτυχε εκμηδένισε την κατανάλωση, βασικός αποτρεπτικός παράγοντας πραγματοποίησης κάθε παραγωγικής επένδυσης, ενώ παράλληλα οδήγησε όλη την αποταμίευση στο εξωτερικό, μέρος της οποίας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις. Αντιθέτως, η μεθοδευμένη, χαμηλής κλίμακας νομισματική υποτίμηση δεν προκαλεί αυτό το σοκ στην πλειοψηφία του πληθυσμού, με αποτέλεσμα η κατανάλωση να μην δέχεται τόσο μεγάλο πλήγμα, ενώ παράλληλα ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά.
Ασφαλώς, η αλλαγή πλεύσης των θεσμών παραμένει το μεγάλο στοίχημα. Το σημαντικό χρονικό διάστημα που έχει προηγηθεί αποτελεί ένα σημάδι ότι δεν είναι το πλέον πιθανό ενδεχόμενο. Σε αυτή την περίπτωση, οι σχεδιαστές και οπαδοί του κάθε EZexit (EuroZone exit) είναι οι ίδιοι οι θεσμοί και οι άνθρωποι της Αριστερής Πλατφόρμας δεν είναι παρά οι πιο διορατικοί παρατηρητές, που διαπιστώνουν τα προδιαγεγραμμένα και τοποθετούνται σε αυτά. Δεδομένου ότι η γλώσσα αποτελεί εργαλείο άσκησης πολιτικής και διαμόρφωσης του κατάλληλου πεδίου στο οποίο θα ασκηθεί, η μετατροπή του όρου Grexit σε Graccident, είναι πιθανό να υποδηλώνει ότι είμαστε χρονικά κοντά στην υλοποίηση του σχεδιασμού και γι’ αυτό το λόγο προσπαθούν να το περάσουν ως ένα τυχαίο γεγονός, για το οποίο αυτοί, ως πανίσχυροι θεσμοί, δεν φέρουν καμία ευθύνη. Νίπτουν τας χείρας τους…
