Οι θεατρόφιλοι είχαν εδώ και καιρό ξεχωρίσει τον νευρώδη νεαρό με το ωραίο, εκφραστικό και έντονο πρόσωπο. Σε πολλές και καλές παραστάσεις. Για δύο από αυτές, της σεζόν 2013-14, ο Μιχάλης Σαράντης κέρδισε το βράδυ της Δευτέρας το περιζήτητο για κάθε νέο ηθοποιό βραβείο «Δημήτρης Χορν» του 2015. Τόσο στη «Φλαντρώ» στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού όσο και στον «Ιππόλυτο» στην Επίδαυρο τον είχε σκηνοθετήσει η Λυδία Κονιόρδου.
Η χαρά του είναι, φυσικά, μεγάλη. Δεν έχει λόγο να την υποβαθμίσει. Την ίδια, όμως, στιγμή νιώθει την ανάγκη να προσθέσει και μερικά ακόμα συναισθήματα. «Αγχος, ευθύνη και φόβο». «Το βραβείο “Χορν” είναι μια ταμπέλα που ίσως να πρέπει συνεχώς να την επιβεβαιώνεις», εξηγεί. «Ομως, το μόνο που εγώ θέλω, είναι να κάνω τη δουλειά μου, χωρίς πολλά πολλά λόγια και ανασφάλειες, όπως την έκανα μέχρι σήμερα. Και δεν νομίζω ότι με το βραβείο θα βρίσκω ευκολότερα δουλειά. Δόξα τω Θεώ δουλεύω με αυτούς που θέλω. Απλώς, ίσως τώρα να με προσέξουν κάποιοι άνθρωποι του θεάτρου που δεν με είχαν προσέξει πριν», λέει.
Εβγαλε τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης το 2008, αλλά η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο, και μάλιστα στη Μικρή Επίδαυρο, ήταν δύο χρόνια πριν, μαθητής στο α’ έτος. Ο Νίκος Μαστοράκης, έπειτα από πρόταση του Διαγόρα Χρονόπουλου, του έδωσε τον ρόλο του Λύσανδρου στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας». Στο γ’ έτος έπαιξε στη Φρυνίχου, στις «Τρεις αδελφές» της Μαριάννας Κάλμπαρη και μετά…«άρχισε το γαϊτανάκι», λέει.
Εχει συνεργαστεί με τους καλύτερους, από τον Βασίλη Παπαβασιλείου μέχρι τον Θωμά Μοσχόπουλο. Γιατί, όμως, παραλαμβάνοντας το βραβείο στάθηκε με έμφαση, εκτός φυσικά από τη Λυδία Κονιόρδου, και στον Νίκο Καραθάνο; «Η δουλειά στο θέατρο είναι πλουραλιστική, παίρνεις πολλά από κάθε σκηνοθέτη», απαντάει. «Απλώς ο Νίκος έτυχε, επειδή ίσως είναι και φίλος μου, να μου μάθει πολλά και να μου προσφέρει πλουσιοπάροχα τα δώρα του». Συμμετείχε και στις τρεις πολυαγαπημένες παραστάσεις του Καραθάνου στο Εθνικό: «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», «Γκόλφω», «Δεκαήμερο».
Σε αντίθεση με τα γνωστά κλισέ, ο Μιχάλης Σαράντης δεν ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός από παιδάκι. «Είχα μια πρώτη θεατρική εμπειρία σε σχολικές παραστάσεις, τίποτα το σημαντικό, μετά το ξέχασα. Δεν ήθελα να δώσω πανελλήνιες, για δυο χρόνια δεν έκανα σχεδόν τίποτα, ούτε έβλεπα θέατρο. Και, ξαφνικά, στα 20 μου χρόνια, άρχισα να βλέπω θέατρο…. όλη τη μέρα. Πιστεύω ότι τα πράγματα είναι ρευστά στη ζωή και ότι παίζει πάντα ρόλο η τύχη και η πίστη».
Διάλεξε τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης γιατί «είχε κόλλημα με Κουν, Χατζιδάκι, Τσαρούχη», από μικρός στο σπίτι συνέχεια Χατζιδάκι άκουγαν οι γονείς του. «Ηταν τρία υπέροχα, γεμάτα χρόνια η δραματική, δούλευα και στο φροντιστήριο του θεάτρου, πήρα και από κει μεγάλα μαθήματα», λέει.
Δεν μπορεί να πει μεγάλα λόγια για το πώς θέλει να είναι η πορεία του στο θέατρο. Ενα ξέρει για την ώρα. «Μου αρέσουν οι ομάδες, το συλλογικό θέατρο, υπάρχει ένα υπέροχο ρεύμα τα τελευταία 5-6 χρόνια. Το βλέπω, το στηρίζω, είμαι μαζί του». Και αντιμετωπίζει το θέμα της κρίσης και της απλήρωτης δουλειάς των νέων, κυρίως, ηθοποιών, με ψυχραιμία. «Οταν άρχισα εγώ, μόνος μου, να πληρώνω ή να προσπαθώ να πληρώνω τα πάντα κάνοντας δύο και τρία πράγματα μαζί, άλλαξε λίγο η σχέση μου με τη δουλειά. Από την άλλη, πήγα πρόσφατα σε μια πρόβα πολύ νέων παιδιών, 12 με 4 τη νύχτα, και η ενέργειά τους ήταν στο ταβάνι, παρ’ όλη την κατάντια και τη φτώχεια».
Το βραβείο «Χορν» τον βρήκε σε καλή στιγμή. Συμμετέχει με τον ωραίο ρόλο του Γιάσα, του σνομπ υπηρέτη της Λιούμπα, στον «Βυσσινόκηπο» που ετοιμάζει ο Καραθάνος για τη Στέγη (Απρίλιος). Και το καλοκαίρι θα παίξει στη Μικρή Επίδαυρο στον «Αίαντα» της Σύλβιας Λιούλιου.
