Eχουν περάσει 30 χρόνια από την πρώτη και τελευταία τους συνάντηση σε μια ταινία που άφησε εποχή, τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη. Αυτή τη φορά η Θέμις Μπαζάκα ξαναβρίσκει τον Δημήτρη Καταλειφό στη σκηνή του θεάτρου «Εμπορικόν» με το αυτοβιογραφικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς «Γυάλινος κόσμος», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Αυτή ερμηνεύει την Αμάντα δίνοντας καινούργιο φως σ’ έναν από τους ωραιότερους ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ακροβατώντας με μαεστρία πάνω στις δεκάδες συναισθηματικές μεταβολές της ηρωίδας. Κι αυτός τον γιο της Τομ.
«Η Αμάντα δεν είναι ρομαντική, αφελής γυναικούλα, αλλά μια βαθιά απελπισμένη γυναίκα που την κατατρύχει η αγωνία της επιβίωσης σε εποχή οικονομικής ύφεσης, τρομερής φτώχειας. Κατάφερε χωρίς προσόντα να μεγαλώσει ολομόναχη δύο παιδιά σε μια βιομηχανική μεγαλούπολη. Σ’ αυτό το μίζερο σπιτάκι, με όλα ενάντια, κράτησε την πίστη στη ζωή. Εμμονικά προβάλλει πάνω στα παιδιά της η αγάπη αλλά και το πείσμα της να πετύχουν. Αναρωτιέται κανείς πώς θα αντιδρούσε η Αμάντα αν μ’ ένα μαγικό τρόπο συνέβαινε ένα cut και μπορούσε να δει τα τραύματα, που δημιουργεί στην ψυχή τους. Αλλά τότε η ζωή του Τενεσί Ουίλιαμς θα ήταν διαφορετική… Η Ελένη Σκότη και ο Δημήτρης έβρισκαν ότι μου πάει ο ρόλος. Την κατάλαβα βαθιά, αλλά άργησα να την πιάσω. Τα είχα όλα, όμως δεν λειτουργούσε, όπου ακουμπούσα ήταν λάθος. Το χιούμορ, το τραγικό, η ακατάπαυστη πολυλογία, η αμφισβήτηση… Την τελευταία εβδομάδα είπα στοπ, την αντιμετώπισα ήσυχα και την βρήκα».
• Συναντιέστε ξανά με τον Δημήτρη Καταλειφό έπειτα από 30… «Πέτρινα χρόνια».
Είναι περίεργα συγκινητικό. Ενώ νιώθουμε ότι ξέρει ο ένας τον άλλον, συγχρόνως δεν γνωριζόμαστε. Από τη μια η οικειότητα, η αγάπη εκείνης της νιότης, και από την άλλη ένα τεράστιο κενό, αφού δεν ξαναβρεθήκαμε. Τον παρακολουθούσα στο θέατρο, αλλά δεν είμαστε φίλοι, δεν είχαμε κοινές παρέες. Κοιτάζω καμιά φορά φωτογραφίες από την ταινία και λέω: τι όμορφος ήταν. Μοναχικός, αφοσιωμένος στα βιβλία, την τέχνη – δούλευε ήδη στο θέατρο και με βοηθούσε σε μονολόγους στις σκηνές των δικαστηρίων. Εγώ μόλις 24 χρονώ, πιο ροκ εν ρολ, αντιμετώπιζα όλο αυτό σαν παιχνίδι, ακόμα και σήμερα. Σκέψου πως όταν έμαθα ότι πήρα τον ρόλο στην ταινία, πήγα στην τουαλέτα κι έκανα εμετό.
• Το πολιτικό background της ταινίας σάς είχε αγγίξει;
Δεν είχα περάσει από τα αμφιθέατρα πολιτικής ζύμωσης στο Πανεπιστήμιο. Μόλις είχα τελειώσει τη Δραματική Σχολή, δούλευα σε μπαρ, είχα άλλα ενδιαφέροντα. Η αληθινή ηρωική ιστορία που είχα να διηγηθώ ως ηθοποιός με συγκινούσε όμως βαθιά. Αρνήθηκα πριν από τα γυρίσματα να συναντήσω την Ελένη Βούλγαρη. Δεν ήθελα να επηρεαστώ, να τη μιμηθώ, αλλά να ζωντανέψω τη δική μου Ελένη. Η μεγάλη αγωνία ήταν στην πρώτη προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: μιλιούνια κόσμου κρέμονταν σαν τσαμπιά στους εξώστες της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Ηξερα πως κάπου ανάμεσα βρισκόταν και η Ελένη μαζί με τον άντρα της. Κι ενώ στο τέλος με τραβολογούσαν και με αγκάλιαζαν, εγώ έψαχνα με τα μάτια να την εντοπίσω. Ηθελα να μου πει ότι δεν την πρόδωσα. Με πλησίασε, μου έσφιξε τα χέρια και μου είπε: «Ευχαριστώ. Νιώθω ότι δεν πήγε στράφι αυτό που πέρασα». Εζησα μ’ αυτή την κουβέντα όλη τη χρονιά…
• Η ταινία καθόρισε τη ζωή, την καριέρα σας.
Απόλυτα. Ο Δημήτρης αφοσιώθηκε στο θέατρο, εγώ πήγα προς το σινεμά και για μεγάλο διάστημα έκανα μόνο ταινίες. Η Ελένη των «Πέτρινων χρόνων» με οδήγησε σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές με ωραία σενάρια πλάθοντας τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Τύπο αληθινό, που έβρισκαν ότι μου πήγαινε: απλή, καθημερινή, τρωτή. Κάπως έτσι καθορίστηκε η καριέρα μου. Επί ένα χρόνο δεν υπήρχε μέρα που να μη γραφτεί κάτι για τα «Πέτρινα χρόνια». Εκεί ή την ψωνίζεις ή γυρνάς την πλάτη και λες: δεν ακούω. Εκανα το δεύτερο. Το βάρος ήταν τέτοιο επάνω μου, που αγωνίστηκα για το αποτινάξω, να μην ταυτιστώ. Γι’ αυτό άλλωστε, έφυγα αμέσως στην Αμερική. Ο Γιώργος Αρβανίτης μετά την τεράστια επιτυχία μού είχε πει: δεν θα χτυπήσει το τηλέφωνό σου αν δεν περάσει χρόνος. Το τηλέφωνό μου χτύπησε αφού είχα γεννήσει -η κόρη μου ήταν τριών μηνών- για να αντικαταστήσω τη Νίκη Τριανταφυλλίδη στις «Απουσίες» του Κατακουζηνού. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα. Στην Αμερική μετά μια ταινία τέτοιου τύπου θα σε είχαν αρπάξει κάνοντας πάνω σου πέντε ταινίες.
• Ζήσατε χρόνια στην Αμερική.
Εφτασα στην Αμερική έγκυος. Επέστρεψα στην Αθήνα για να γεννήσω και έφυγα αμέσως. Εμεινα 4 χρόνια στο Actors Studio, αλλά πηγαινοερχόμουν στην Ελλάδα για μια σειρά ή μια ταινία. Στην Αμερική για μια πενταετία έκανα πολλά ετερόκλητα πράγματα. Απελευθερώθηκα, απενοχοποιήθηκα, απομακρύνθηκα από τον μύθο των «Πέτρινων χρόνων». Δεν με ήξερε κανείς, μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα. Παράξενες παραστάσεις εμπνευσμένες από αρχαίους ελληνικούς μύθους, θεάματα πειραγμένα – φορούσαμε φτερά, μέχρι και καν-καν χορεύαμε. Στον «Οιδίποδα» έπρεπε να πηδήξω από 4 μέτρα στο κέντρο της σκηνής. Εφτιαξα μια καριέρα περίπου όπως την ήθελα. Αν και στην πραγματικότητα τα πρώτα μου θεατρικά βήματα έγιναν στην Αμερική με το Λα Μάμα, Σφίγγα στον «Οιδίποδα Τύραννο», στην Αθήνα πρωτοεμφανίστηκα πάλι μέσω του σινεμά. Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος με φώναξε να παίξω στο «Πονηρό πνεύμα» του Νόελ Κάουαρντ στην ταράτσα τού «Λαμπέτη».
• Παίξατε σε ποιοτικές σειρές στις καλές εποχές της τηλεόρασης. Σας άφησαν χρήματα;
Αγόρασα το σπίτι μου, της κόρης μου, τη σπούδασα εδώ και στο εξωτερικό, ζήσαμε καλά. Εμειναν κάποια χρήματα, περάσαμε 7-8 χρόνια και τέλος. Δεν ήμουν και η μεγάλη σταρ με αμοιβή 12 χιλιάδες ευρώ το επεισόδιο. Σήμερα θα ήθελα να είχα μια μικρή οικονομική άνεση ώστε να μπορώ να είμαι πιο επιλεκτική. Αν μείνω ένα μήνα χωρίς δουλειά, κάηκα. Η κόρη μου ακόμα εξαρτάται από εμένα. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο, αλλά δεν της φτάνουν.
• Συμμετείχατε σε παραστάσεις που δεν σας άρεσαν;
Δεν θα μπορούσε να συμβεί, γιατί βαριέμαι πολύ εύκολα. Παλεύω συνεχώς με την πλήξη από μικρό παιδί, με τον φόβο μήπως βαρεθώ. Δεν ήταν εύκολο να μείνω πολλά χρόνια μ’ έναν άντρα, ούτε σε μια πόλη. Γι’ αυτό μου αρέσει το περιπετειώδες της δουλειάς. Αν μου χάριζαν ένα θέατρο, θα ήταν σαν να με σκότωναν. Θα ήθελα χρόνο για μένα. Είμαι πάντα σε μια δραστηριότητα. Μαγειρεύω, κάνω γιόγκα, ράβω, διαβάζω. Συχνά τα κάνω όλα μαζί… Στο θέατρο λοιπόν δεν έχω βαρεθεί. Ποτέ δεν κράτησα δυνάμεις, δεν έπαιξα άκεφα ή τεχνικά. Βάζω όλα τα γκάζια, την ψυχή μου κάθε βράδυ. Μα αλλιώς δεν περνάει η ώρα της παράστασης…
• Μοιάζετε αυστηρή, απαιτητική. Μετανιώνετε για αποφάσεις ή πράξεις σας;
Δεν έχει νόημα να θρηνείς πάνω σε λάθη. Αυτό είμαι. Τα «όχι» και τα «ναι» που έχω πει. Δεν κολλάω, δεν επιτρέπω ακόμα και σε τραγικά γεγονότα να με πάρουν από κάτω. Μπορεί να κλαίω επί μήνα, αλλά κάποτε σταματάω. Μερικοί με ονομάζουν σκληρή. Με τον εαυτό μου λέω εγώ. Ως πολύ περισσότερο συναισθηματική κι ευαίσθητη απ’ ό,τι δείχνω, αναπτύσσω μηχανισμούς προστασίας της ευάλωτης πλευράς μου. Είμαι περισσότερο αυθόρμητη από όσο θα επιθυμούσα, κάτι που με προβληματίζει. Μπορεί ας πούμε να πάρω μια απόφαση όχι κατόπιν λογικής σκέψης, αλλά μέσα σε συναισθηματική φόρτιση. Και δεν ανέχομαι την άσχημη, προσβλητική συμπεριφορά των σκηνοθετών στο θέατρο.
• Τι κάνετε;
‘Η το βουλώνεις ή φεύγεις. Εγώ δεν έφυγα ποτέ. Ενοχλούμαι και συγκρούομαι γιατί δεν ανέχομαι από κανένα την αγένεια, το bullying. Ο σκηνοθέτης έχει άγχος, κι εγώ επίσης. Θα κάνω τα πάντα για να ολοκληρώσω το όραμά του, αλλά θέλω σεβασμό σ’ αυτό που κάνω. Ο Λευτέρης με ζήτησε δύο φορές, δεν πήγα, παρ’ όλο που υπήρξα φανατική θεατής και θαυμάστριά του. Ηξερα ότι δεν θα τα καταφέρναμε, δεν θα άντεχα προσβολές ακόμα και στο όνομα της υψηλότερης τέχνης. Θέλω να μου συμπεριφέρονται ως ίση. Ο Γιάννης Χουβαρδάς είναι ευγενής, επαγγελματίας. Σέβεται, στηρίζει, προσφέρει ελευθερία και ασφάλεια. Είμαι χαρούμενη, του χρόνου θα είμαι μαζί του στον «Ριχάρδο», θα ερμηνεύσω τη Μαργαρίτα. Οταν με φώναξε στο Εθνικό Θέατρο, δεν τον ήξερα. Εμεινα οχτώ χρόνια και απέκτησα πολύτιμη εμπειρία, ευκαιρίες να βελτιωθώ, να κριθώ. Δούλεψα με διαφορετικούς σκηνοθέτες, ομαδικά, σε άλλη γλώσσα, έπαιξα και μικρούς ρόλους. Μου αρέσει το θέατρο στο οποίο δεν θεωρείς τίποτα δεδομένο, ταλαιπωρείσαι για να εκφράσεις αλλιώς ένα νόημα, αίσθημα.
Σαν να υπάρχει σχέδιο εξόδου από την Ευρώπη, και δεν μου αρέσει καθόλου

• Θα τα καταφέρουμε με το χρέος;
Φοβάμαι πολύ. Δεν διαφαίνεται ελπίδα, ανάταση για τη γενιά μου, την επόμενη και μεθεπόμενη. Βλέπω τα πράγματα δυσκολότερα από ό,τι έξι μήνες πριν. Σαν να υπάρχει σχέδιο εξόδου από την Ευρώπη. Κι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Νιώθω περισσότερο πολίτις του κόσμου, παρά Ελληνίδα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν αγαπώ την πατρίδα μου. Ομως, δεν είμαι ο τυπικός Ελληνάρας. Δεν κυνηγάω το κοκορέτσι, αλλά ένα ταξίδι στο Βερολίνο να δω παραστάσεις. Δεν συμμερίζομαι κάποια χύμα χαρακτηριστικά του λαού μας. Κάνω ανακύκλωση, δεν πετάω σκουπίδια, μαλώνω στον δρόμο με όποιον αδειάζει το τασάκι με τα αποτσίγαρα στη μέση του δρόμου, πληρώνω τους φόρους μου, σέβομαι τους νόμους, δεν έχω κλέψει ένα ευρώ. Αν δεν συμμορφωθούμε, όχι κατ’ απαίτηση άλλων αλλά επειδή είναι καλό και ωφέλιμο, τίποτα δεν θ’ αλλάξει.
• Πώς κρίνετε τη νέα κυβέρνηση;
Ως καλλιτέχνις νιώθω ότι πρέπει να «αντιπολιτεύομαι» κάθε κυβέρνηση. Η εξουσία φθείρει ακόμα και τον πιο ιδεαλιστή. Αν καθίσεις πάνω στην καρέκλα της επιτυχίας, χάνεις την αξιοπιστία και την αγωνιστικότητά σου, όπως και στο θέατρο. Η οικονομική διαχείριση μιας χώρας απαιτεί τεράστια προσοχή, την ευσυνειδησία που δείχνει ο καθένας για το δικό του σπίτι. Εγώ δεν είχα ούτε έχω πιστωτικές κάρτες, δεν πήρα ποτέ δάνειο. Με ό,τι υπάρχει στην τσέπη μου. Ο φόβος με έχει σώσει. Στη δεκαετία του ΄80, στην πρώτη μεγάλη κρίση στην Αμερική, έβλεπα καλοντυμένους ανθρώπους να βρίσκονται στον δρόμο τσουλώντας ένα καροτσάκι σουπερμάρκετ φορτωμένο με όλα τους τα υπάρχοντα. Εμαθα ότι είναι νεόπτωχοι, τους είχαν πάρει τα σπίτια και βρίσκονταν στον δρόμο… Είμαι ηθοποιός, σήμερα έχω, αύριο δεν έχω. Φοβάμαι ότι δεν θα μπορώ να παίζω με τις συνθήκες που θα ήθελα, προκειμένου να επιβιώνω. Ούτε ξέρω αν θα υπάρχει σύνταξη ή ασφάλεια ύστερα από δουλειά τόσων χρόνων. Σκέφτομαι το παιδί μου με σπουδές και πτυχία. Το μέλλον της μπορεί να είναι μόνον ως σερβιτόρα, όπως των μισών Ελληνόπουλων σήμερα. Γι’ αυτό ανησυχώ.
Θέατρο «Εμπορικόν» (Σαρρή 11 Ψυρρή, Τηλ.: 2103211750) «Γυάλινος κόσμος» του Τενεσί Ουίλιαμς. Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη. Μετάφραση: Δήμος Κουβίδης. Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Μικαέλα Λιακατά. Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος. Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Θέμις Μπαζάκα, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Στέλλα Βογιατζάκη.
