Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πρόβλημα της σχέσης της ελληνικής κυβέρνησης με τη συντηρητική Ευρώπη είναι πλέον σαφές ότι είναι καθαρά πολιτικό. Η αντίθεση της κυβέρνησης Τσίπρα με τη μερκελική Ευρώπη δεν ανάγεται ούτε σε διαφορετικές εκτιμήσεις των οικονομικών μεγεθών, ούτε όμως και εστιάζεται στην επιλογή τεχνικής αποπληρωμής του χρέους. Η διαφορά συνίσταται στο ότι η ελληνική κυβέρνηση που προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές έλαβε εντολή από τον ελληνικό λαό να αμφισβητήσει τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, που με πολιορκητικό κριό τη λιτότητα για τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας εξασφαλίζει τη συγκέντρωση μεγάλων κερδών για τη νέα ευρωπαϊκή οικονομική ολιγαρχία.

Τούτων δοθέντων είναι σαφές ότι η συντηρητική Ευρώπη όχι απλώς δεν θα επιτρέψει στη μικρή Ελλάδα να αμφισβητήσει την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, αλλά πολύ περισσότερο θα προσπαθήσει να πνίξει κάθε φωνή αντίθεσης και αντίδρασης στην Ευρώπη. Σε αυτό συμφωνούν όλοι οι διεθνείς αναλυτές. Από τον δικό μας Κώστα Γαβρά, μέχρι τον Αμερικανό Νόαμ Τσόμσκι. Αυτό άλλωστε εννοούν τόσο ο ίδιος ο Σόιμπλε, στις πρόσφατες δηλώσεις του περί κυρώσεων σε περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της δανειοδότησής της, αλλά και ο Ντράγκι με τους περιορισμούς που θέτει στη χρηματοδότηση της χώρας μας η ΕΚΤ.

Που σημαίνει ότι όλα τα στοιχεία κατατείνουν στο ότι την κυβέρνηση Τσίπρα την περιμένουν δύσκολες μέρες. Καθώς οι Ευρωπαίοι, που αυτή τη στιγμή κρατούν στα χέρια τους την οικονομία μιας χώρας στο χείλος της καταστροφής, θα προσπαθήσουν να στριμώξουν τους «επαναστάτες» Ελληνες με δύο τρόπους. Είτε εκβιάζοντας έναν επώδυνο συμβιβασμό που στο εσωτερικό της χώρας θα παρουσιαστεί κατάλληλα σαν ατιμωτική υποταγή, είτε από την άλλη ωθώντας την ελληνική κυβέρνηση σε μια υπερήφανη ρήξη που όμως θα οδηγούσε σε πιστωτικό γεγονός και εν τέλει σε χρεοκοπία.

Το μεν πρώτο ενδεχόμενο, της λεγόμενης… κωλοτούμπας, είναι αμφίβολο αν το αντέξει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς αυτό θα είχε απρόβλεπτες επιπτώσεις στο εσωκομματικό πεδίο και εν τέλει και στην κυβερνητική συνοχή. Οσο για το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας, αυτό είναι σαφές ότι δεν θα το αντέξει η καθημαγμένη ελληνική κοινωνία, με δυσάρεστες συνέπειες για τη βιωσιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και τη σταθερότητα του πολιτικού μας συστήματος. Η λύση άλλωστε μιας κυβέρνησης «τεχνοκρατών», τύπου Παπαδήμου, καιροφυλακτεί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο…

Εξέχουσα σημασία έχει πάντως σήμερα να συνειδητοποιηθεί ότι μεταξύ υπερήφανης ρήξης και ταπεινωτικής υποταγής υπάρχει ικανός χώρος για στρατηγικές κινήσεις και προσεκτικούς ελιγμούς. Παράδειγμα η πρόσφατη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, την οποία οι λογής άκαμπτοι υποστηρικτές της ιδεολογικής καθαρότητας βιάστηκαν να υποδεχτούν ως ταπεινωτικό συμβιβασμό, από την οποία όμως η χώρα βγήκε πολλαπλά κερδισμένη τουλάχιστον σε σχέση με την προ των εκλογών κατάσταση.

Πρώτον, γιατί μετά την επίμονη διαπραγμάτευση το ελληνικό ζήτημα ετέθη επιτέλους επί τάπητος και σύμπασα η Ευρώπη πλέον και το γνωρίζει και το συζητά.

Δεύτερον, γιατί ξεφύγαμε από τις ασφυκτικές προθεσμίες και κερδίσαμε χρόνο, προκειμένου να αναδιατάξουμε τις δυνάμεις μας και να ξεδιπλώσουμε τη δική μας πολιτική.

Τρίτον, γιατί η απόρριψη της τρόικας και η αντικατάστασή της από τους θεσμούς, όσο κι αν ακούγεται σαν επικοινωνιακό παιχνίδι με τις λέξεις, πέτυχε να αναβαθμίσει τη θέση μας, καθώς ανέδειξε για πρώτη φορά, και υποχρέωσε και τους εταίρους μας να το αποδεχτούν, ότι η ελληνική κρίση χρέους δεν είναι τεχνοκρατικής τάξεως πρόβλημα για να απασχολεί διοικητικά στελέχη των ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά, αντίθετα, συνιστά μείζον πολιτικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίζεται στα αντίστοιχα πολιτικά όργανα όπως το Συμβούλιο Κορυφής, το Eurogroup κ.λπ.

Και, τέλος, η απαλλαγή της χώρας από την υποχρέωση επίτευξης υψηλού -για τα δεδομένα χώρας που βουλιάζει στην ύφεση- πρωτογενούς πλεονάσματος θέτει στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης κάποια δισ. ευρώ, προκειμένου να αποκατασταθούν αδικίες και να ανακουφιστούν τα πληττόμενα από την κρίση και την ανεργία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

Και αυτά τα κέρδη, σε σύγκριση με τις απαιτήσεις του λεγόμενου μέιλ Χαρδούβελη που αποτελούσε τη μέχρι πρότινος πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα…

Οσο η αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτικής έρχεται μόνο από τη μικρή Ελλάδα και όσο ο συσχετισμός των δυνάμεων στους κόλπους της Ευρώπης είναι συντριπτικά σε βάρος μας, η μόνη ασπίδα σωτηρίας της ελληνικής κυβέρνησης είναι το αρραγές εσωτερικό μέτωπο. Αν όμως η κυβέρνηση Τσίπρα καταφέρει να φτάσει μέχρι το φθινόπωρο χωρίς σοβαρές απώλειες, κινούμενη προσεκτικά και επιδέξια στον ενδιάμεσο χώρο, στο πρότυπο της αριστοτελικής μεσότητας, μεταξύ ρήξης και υποταγής, τότε τα πράγματα οπωσδήποτε θα γίνουν ευνοϊκότερα,

καθώς οι εκλογές στην Ισπανία φαίνεται ότι θα προσθέσουν ακόμη έναν σύμμαχο στον αγώνα μας για μια άλλη Ευρώπη, μια Ευρώπη με ανθρώπινο πρόσωπο.

*καθηγητής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ