Η Ακροδεξιά βούλιαξε τη Σουηδία σε μια χωρίς προηγούμενο πολιτική κρίση για τα ιστορικά δεδομένα της χώρας, υποχρεώνοντας τον νεοεκλεγέντα κεντροαριστερό πρωθυπουργό, Στέφαν Λόφβεν, να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για πρώτη φορά τα τελευταία 50 χρόνια. Ο κυβερνητικός του συνασπισμός μειοψηφίας δεν κατάφερε να περάσει το σχέδιο προϋπολογισμού του από τη Βουλή, μετά το κατηγορηματικό «όχι» της κεντροδεξιάς αντιπολίτευσης με την οποία συντάχθηκαν και οι ξενόφοβοι, ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες, το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στο Κοινοβούλιο.
Ήδη ο επικεφαλής των βουλευτών τους, Ματίας Κάρλσον έσπευσε να χαρακτηρίσει την προγραμματισμένη για τον ερχόμενο Μάρτιο νέα αναμέτρηση ως «ένα de facto δημοψήφισμα» για την μετανάστευση, που φέτος βρίσκεται σε επίπεδο ρεκόρ λόγω της τραγικής κατάστασης στη Συρία, το Ιράκ και τη Σομαλία.
Οι ακροδεξιοί οδήγησαν την κατάσταση σε αδιέξοδο, όταν αποφάσισαν να συνταχθούν με την κεντροδεξιά αντιπολίτευση αντί να απέχουν της ψηφοφορίας, μετά την αποτυχία να περάσουν το δικό τους σχέδιο προϋπολογισμού. Έτσι διασφάλισαν την ήττα της κυβέρνησης και πρόωρες κάλπες για τη χώρα. Στα πικρόχολα του σχόλια απέναντι στην κεντροδεξιά αντιπολίτευση που αρνήθηκε να συμβιβαστεί, ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι οι νεοφασίστες με το 13%, έχουν πλέον τη δύναμη να ασκήσουν βέτο στη χάραξη της πολιτικής, γεγονός που δεν του άφησε εναλλακτική παρά την εκ νέου προσφυγή στις κάλπες, μόλις τρεις μήνες μετά τις γενικές εκλογές.
Εκβιάζοντας ανοιχτά την Κεντροδεξιά, που αρνείται την συνεργασία μαζί τους, οι Σουηδοί Δημοκράτες απειλούν να συνεχίσουν να «προκαλούν χάος » στην πολιτική σκηνή της χώρας όσο κέντρο και δεξιά τους γυρνάνε την πλάτη, αποκαλώντας την πολιτική αυτή στάση «εξαιρετικά ατυχή και απερίσκεπτη».
Από την άλλη πλευρά, ο κεντροδεξιός συνασπισμός τα έχει βάλει με τον νυν πρωθυπουργό, είπε ότι αποδέχεται την νέα πρόκληση των εκλογών και έδωσε ραντεβού με τις ψηφοφόρους στην κάλπη στις 22 Μαρτίου. Πρώτα βέβαια το μεγαλύτερο κόμμα του συνασπισμού αυτού- Οι Μετριοπαθείς- θα πρέπει πρέπει να βρουν ηγέτη δεδομένου ότι ο πρώην πρωθυπουργός Ρέινφενλτ μετά την ήττα του Σεπτεμβρίου εγκατέλειψε την πολιτική. Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας προστίθεται και η ασθένεια της «κεφαλής των ακροδεξιών, του νεαρού ηγέτη τους Τζίμι Ακεσον, που λέγεται ότι πάσχει από «σύνδρομο χρόνιας κόπωσης»
