Σε ομιλία του στο «TEDxAthens» το περασμένο Σάββατο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ο Τζάβιντ Αμπντελμονέιμ, εθελοντής γιατρός των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», άφησε άφωνο το κοινό που τον παρακολουθούσε. Οι σκηνές που περιέγραψε για τις τέσσερις εβδομάδες όπου διέμεινε στη Σιέρα Λεόνε ήταν συγκλονιστικές.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Τζάβιντ Αμπντελμονέιμ με δάκρυα στα μάτια αναφέρει: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Άλφα, ένα μωρό ηλικίας ενός έτους, ορφανό από γονείς, που νοσηλευόταν στο κέντρο θεραπείας του Έμπολα στη Σιέρα Λεόνε. Τον κράτησα στα χέρια μου και με κοιτούσε ενώ τα μάτια του αιμορραγούσαν. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι καταλάβαινε πως πέθαινε. Τα τελευταία μου λόγια ήταν “λυπάμαι, θα σου φέρω ένα φάρμακο”. Ο θάνατός του με στιγμάτισε».
Έχοντας έντονα συναισθήματα, ο 35χρονος Βρετανός γιατρός συνεχίζει τη διήγησή του λέγοντας: «Ο μεγαλύτερος προσωπικός μου φόβος είναι να μην πεθάνω μόνος μου. Αυτοί οι άνθρωποι στη δυτική Αφρική πεθαίνουν μόνοι τους. Κάποιος ασθενής με Έμπολα μπορεί να πεθάνει επώδυνα, μόνος του, να μην τον θρηνήσει κανείς και να θαφτεί σε έναν τάφο χωρίς να γράφει το όνομά του. Ο κόσμος δεν νοιάζεται για τους ανθρώπους αυτούς και δεν μπορούσα να το δεχτώ αυτό. Πρόκειται για ανθρώπους που είχαν ξεχωριστή προσωπικότητα, είχα οικογένειες, άξιζαν την προσοχή μας».
«Τα ασθενοφόρα συχνά έπρεπε να διανύσουν δέκα ώρες για να φτάσουν στα τρία θεραπευτικά κέντρα. Πολλοί άνθρωποι έφταναν νεκροί στα ασθενοφόρα μαζί με τους τρομαγμένους ζωντανούς, οι οποίοι αποτελούσαν βιολογικό κίνδυνο. Συνειδητοποίησα ότι ένα γουρούνι όταν το πάμε στο σφαγείο το αντιμετωπίζουμε με περισσότερη προσοχή απ’ όση δίνουμε στους ασθενείς με Έμπολα. Είχα σοκαριστεί τόσο πολύ…» Και προσθέτει: «Η σκέψη μου είναι ότι αν οι νεκροί ήταν στην Ευρώπη ή στην Αμερική, η κατάσταση δεν θα ήταν ίδια. Κατάλαβα ότι ο Έμπολα είναι το αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας για εκείνους τους ανθρώπους.»
Ενθαρρυντικά ήταν τα σχόλιά του για τη Λιβερία, όπου υπάρχει μείωση των κρουσμάτων, σε αντίθεση με τη Σιέρα Λεόνε όπου, όπως αναφέρει, η κατάσταση χειροτερεύει, ενώ στη Γουινέα υπάρχει μια σταθεροποίηση του ρυθμού αύξησης των ασθενών. «Και στις τρεις χώρες έχουμε δει καλυτέρευση της κατάστασης, που στη συνέχεια έγινε και πάλι χειρότερη. Πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε σε επαγρύπνηση. Θα πάρει καιρό και έχει πάρει ήδη καιρό. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε προσγειωμένοι και να κάνουμε μικρά σταθερά βήματα», τονίζει.
Σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ αν ένιωσε φόβο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, απαντά: «Στο ταξίδι μου από το Λονδίνο στις Βρυξέλλες, μετά στην Καζαμπλάνκα και από εκεί στη Σιέρα Λεόνε, δεν φοβόμουν καθόλου. Όμως όταν άρχισα να βάζω τη στολή μου για πρώτη φορά, φοβήθηκα τόσο πολύ που έτρεμα. Αλλά είναι λογικό, γιατί έτσι έχεις ένα υγιές επίπεδο επαγρύπνησης για μια αρρώστια που σκοτώνει έξι στους δέκα ασθενείς στη δυτική Αφρική. Όλοι φοβόμαστε τον Έμπολα γιατί έχει να κάνει με τον τρόπο που μεταδίδεται. Όλα τα υγρά του σώματος μεταδίδουν τον ιό. Ωστόσο, τη στιγμή που έβαλα το τελευταίο κομμάτι της στολής, τα τεράστια γυαλιά, αισθάνθηκα ασφαλής. Σκέψου να είσαι ασθενής και ο γιατρός σου να σε φοβάται. Έτσι ο φόβος μετατράπηκε σε διάθεση να βγω έξω και να βοηθήσω».
Έπειτα από έναν δύσκολο μήνα στη Σιέρα Λεόνε ακολούθησε μια περίοδος απομόνωσης 21 ημερών στο σπίτι. Μια εξίσου δύσκολη περίοδος καθώς ήρθε αντιμέτωπος με υβριστικές συμπεριφορές πολλών, ιδιαίτερα μετά τη δημοσιοποίηση των καταγγελιών της συναδέλφου του Κέισι Χίκοξ (ο Τζάβιντ και η Κέισι εκπαιδεύτηκαν μαζί πριν από το ταξίδι τους) για ρατσιστική συμπεριφορά των αμερικανικών αρχών απέναντί της μετά την επιστροφή της από τη Σιέρα Λεόνε.
«Προσπάθησα να μιλήσω με κάποιους από τους ανθρώπους που φοβούνται μέσω των κοινωνικών δικτύων. Δεν άκουγαν. Μου έλεγαν ότι είμαι αλαζονικός, ριψοκίνδυνος, εγωιστής που το κάνω αυτό και βάζω και τους υπόλοιπους ανθρώπους σε κίνδυνο. “Θα έπρεπε να μην ασχοληθείς μαζί τους στην Αφρική ή αν τους αγαπάς τόσο, πήγαινε πίσω”, μου έγραφαν», θυμάται, και συμπληρώνει: «Οι συμπεριφορές αυτές με πλήγωσαν και δεν μπορούσα να τις διαχειριστώ. Σταμάτησα να βλέπω τηλεόραση, σταμάτησα να μπαίνω στα κοινωνικά δίκτυα. Όλο αυτό μού άφησε μια πολύ πικρή γεύση στο στόμα. Μπορώ να δεχτώ ότι ο κόσμος είναι εγωιστικός. Μπορώ να δεχτώ ή μέχρι τώρα μπορούσα να δεχτώ ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τους άλλους. Αλλά μην γίνεσαι κακοήθης, μην προσπαθείς να με μπλοκάρεις από το να κάνω εγώ κάτι για τους άλλους επειδή φοβάσαι για τον εαυτό σου».
Όταν αναφέρεται στις καταγγελίες της Κέισι, ο θυμός του είναι ολοφάνερος. «Υποστηρίζω 100% και κατηγορηματικά ό,τι έχει πει και έχει κάνει η Κέισι. Μπορώ να καταλάβω πώς ένιωσε όταν γύρισε πίσω και κρατήθηκε σε απομόνωση ενώ δεν είχε εμφανίσει συμπτώματα του ιού. Η απομόνωση είναι ένα αχρείαστο ιατρικό πρωτόκολλο, αλλά εκτιμούμε ότι ο κόσμος ανησυχεί. Είμαι ένας λογικός άνθρωπος, αλλά μη με αποκλείεις. Ο Μπέντζαμιν, ένας φίλος μου στη Σιέρα Λεόνε, έγραψε ότι “Σε μια στιγμή γινόμαστε από ανιδιοτελείς ήρωες, εγωιστές φορείς ασθένειας”. Και είναι πραγματικό. Πάντως, ο δικαστής υποστήριξε την Κέισι, ο Ομπάμα την υποστήριξε, ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας την υποστήριξε, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα την υποστήριξαν. Ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που βλέπουν τη μεγάλη εικόνα».
Τέλος, ολοκληρώνοντας την συνέντευξή του, λέει: «Πήγα στο νότιο Σουδάν, όπου οι άνθρωποι πρέπει να σκοτώσουν την αγελάδα τους για να πιουν το αίμα της. Και αυτό γιατί δεν έχουν νερό. Έστω και για λίγο πρέπει να χαρούμε τη ζωή, να εκτιμήσουμε πόσο τυχεροί είμαστε και αν αυτή η εκτίμηση μας παρακινήσει να δράσουμε, αυτό θα είναι καταπληκτικό. Πρέπει να σκεφτόμαστε αυτές τις εικόνες και να μην αφήσουμε να συμβεί το ίδιο για κανέναν άνθρωπο στο μέλλον».
