Βάφτισε τη νέα του δουλειά «Βράχοι». Την εμπνεύστηκε πάνω σε ένα πλοίο στο Αιγαίο. «Ο βράχος παραπέμπει στον χρόνο που περνάει», λέει, «αλλά και στην εποχή μας. ′Η σε σώζει ή τσακίζεσαι πάνω του».
Ο Γιώργος Χαδούλης μόλις μπαίνει στο ατελιέ του φοράει μια μεγάλη ποδιά, βάζει στο cd player την αγαπημένη του κλασική μουσική και βουτάει μέσα στις εντάσεις των χρωμάτων και της φύσης. Οχι τυχαία η νέα του δουλειά, που εγκαινιάζεται απόψε στην γκαλερί «Σκουφά», έχει τίτλο «Βράχοι». Επίσης όχι τυχαία, αλλά συνειρμικά, ονομάζει ορισμένα έργα του «Μωβ του Μαξ Ερνστ», «Βάγκνερ», «Πουλτσινέλα» (του Στραβίνσκι), αποκαλύπτοντας εκλεκτικές συγγένειες.
«Στη ζωγραφική το θέμα σού έρχεται όπως ο έρωτας, αναπάντεχα. Πριν από μερικά χρόνια ταξίδευα με ένα πλοίο που πήγαινε από την Ανδρο στη Σύρο. Πήγαινε βράχο βράχο», μας λέει. «Την οικειότητα με τον βράχο την έχουμε όλοι όταν ταξιδεύουμε, όταν η θάλασσα είναι ήρεμη και ο καπετάνιος δεν φοβάται να περάσει κοντά τους. Από μακριά ο βράχος είναι νησί. Μια αχνή γκριζωπή γεωλογική προεξοχή μέσα στη θάλασσα. Από κοντά όμως είναι βουνό, είναι τεράστιος, επικίνδυνος, χρωματιστός».
Για τον ίδιο ο βράχος είναι μνήμη κοντινή και μακρινή, η εμπειρία που αποκομίζει από το ορεινό ελληνικό τοπίο, την παράσταση της «Γκόλφως» με τα τεράστια πουφ εν είδει βράχων ή ακόμα τα κεφάλια ενός ζευγαριού καθώς ενώνονται. «Ο βράχος που είναι συμπαγής, αλλά φθείρεται και γίνεται χώμα, παραπέμπει στον χρόνο που περνάει. Μπορεί όμως να εκφράσει και την εποχή μας: μια σανίδα σωτηρίας ή τσακίζεσαι πάνω του».
«Για μένα ζωγραφική σημαίνει να μπω σε μια κατάσταση και να ξεχαστώ, όπως χορεύεις και δεν μετράς τα βήματα, είσαι τόσο απορροφημένος που δεν σκέφτεσαι τίποτα πια. Ζωγραφίζοντας συνδέομαι με τα πράγματά γύρω μου, γινόμαστε ένα, άρα έχει νόημα η ύπαρξή μου», λέει ο γνωστός καλλιτέχνης. Εχει ακόμα μια συνήθεια. Καθημερινά σκιτσάρει ένα πορτρέτο του, σαν να κρατάει ημερολόγιο. «Ο εαυτός μου είναι εύκολο μοντέλο, μπορώ να τον γελοιοποιώ χωρίς να απολογούμαι. Η ζωγραφική είναι μια προπόνηση. Εργάζομαι 10 ώρες κάθε μέρα κι αν μπορούσα θα έκανα ένα έργο καθημερινά. Ορισμένοι μου προσάπτουν ότι ζωγραφίζω με ευκολία. Χαζομάρες. Αλλοι δουλεύουν αργά, άλλοι γρήγορα. Ο Λούσιαν Φρόιντ ζωγράφιζε ένα κεφάλι για τρεις μήνες και ο Πικάσο έκανε τρία έργα την ημέρα!».
Παρατηρεί ότι οι άνθρωποι νιώθουν αμηχανία μπροστά στις εικόνες, επειδή δεν υπάρχει ο γραπτός ή προφορικός λόγος. «Η πολλή φιλολογία και το κόνσεπτ στη ζωγραφική δεν ωφελεί. Αν το έργο δεν μπορεί να επικοινωνήσει, υπάρχει πρόβλημα. Ο καλλιτέχνης θέλει να μιλάει με το έργο του και όποιος κατάλαβε. Το ζήτημα είναι αν αυτό που βλέπεις τελικά σου κάνει κλικ».
Γεννημένος στην Αθήνα το 1966, ο Γιώργος Χαδούλης είναι από τους δημοφιλέστερους ζωγράφους της γενιάς του. Σπούδασε στην Ecole des Beaux Arts στο Παρίσι, όπου έζησε σχεδόν δέκα χρόνια, και έκτοτε εκθέτει συστηματικά έργα του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εχει εργαστεί με τον Αλέκο Φασιανό ως βοηθός σκηνογράφου στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη (Μοντέρνο Θέατρο, Επιδαύρια) και στο «Οδυσσέα γύρισε σπίτι» του Ι. Καμπανέλλη (Θέατρο Τέχνης, Φεστιβάλ Αθηνών).
Ζώντας πλέον στην Ελλάδα της κρίσης, το έχει μετανιώσει που δεν έμεινε στο Παρίσι; «Κρίσεις στη ζωή του καθενός συμβαίνουν διαρκώς, εντάσεις που μας καθορίζουν. Δεν νομίζω ότι οι δυσκολίες σε κάνουν μεγάλο ζωγράφο, ούτε τα χρήματα ασφαλώς. Οποιος είναι να κάνει ένα καλό έργο, θα το κάνει. Ο Ντα Βίντσι είχε μαικήνες και ζωγράφιζε αριστουργήματα, ο Βαν Γκογκ δεν πουλούσε όσο ζούσε και επίσης ζωγράφιζε αριστουργήματα. Ο καθένας κουβαλάει τον σταυρό του. Ασχέτως αν κάνει φωτεινά ή σκοτεινά έργα».
Παρατηρεί επίσης ότι οι τιμές των έργων διαμορφώνονται από την αγοραστική δύναμη των φιλότεχνων. «Οταν οι φίλοι σου γύρω είναι άνεργοι, μεταναστεύουν, ποιος θα αγοράσει; Κακά τα ψέματα, η ζωγραφική απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν λεφτά, γιατί δίνεις ένα κομμάτι, δεν υπάρχουν πολλά αντίτυπα. Οι τιμές των έργων διατηρούνται ψηλά μόνο όταν πουλιούνται και στο εξωτερικό. Αυτό είναι πολύ δύσκολο γιατί εξαρτάται από την οικονομική δύναμη της χώρας και η Ελλάδα δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Κινέζοι ή οι Γερμανοί καλλιτέχνες βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή».
«Αμφισβητούν την Καφέτση, θέλουν να της επιβληθούν»
Ο Γιώργος Χαδούλης θεωρεί ότι έχουμε μανία να τορπιλίζουμε τα μουσεία σύγχρονης τέχνης: «Ο καθένας θέλει να επιβληθεί, να ασκήσει εξουσία, χωρίς να σκέφτεται ευρύτερα. Στο παρελθόν δεν άφηναν την Ελίζα Γουλανδρή να κάνει μουσείο, τώρα αμφισβητούν την Αννα Καφέτση. Λένε επίσης ποιος είναι, ας πούμε, ο Δάκης Ιωάννου, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος κι άλλοι συλλέκτες και δεν λένε φέρτε τις συλλογές, να κάνουμε ένα κέλυφος και να προσθέσουμε πάνω σε αυτό. Ο κύριος Τέιτ τι ήταν; Ενας μεγάλος βιομήχανος στην ιμπεριαλιστική Αγγλία, όμως άφησε κάτι πνευματικό και δείτε τι γίνεται σήμερα στην Τate!»
*INFO:
Σκουφά 4, τηλ. 210-3643025. Μεχρι 6/12.
