Πάει καιρός που ’χω ν’ αναφερθώ στον Δημητράκη. Κάμποσοι αναρωτιέστε τι απέγινε. «Μήπως τελείωσαν οι ιστορίες του;», γράφετε. Οχι, φυσικά! Είναι αμέτρητες, σαν τα κύματα του Αιγαίου που με ταξιδεύουν τούτες τις ώρες στ’ Απεράθου, να εκτίσω το υπόλοιπο της αδείας μου. Για τους ορεσίβιους πληθυσμούς, το λοιπόν, οι ζωοκλοπές προπολεμικά ισοδυναμούσαν με ανδραγαθίες. Επρόκειτο για παράτολμα εγχειρήματα κατά τα οποία ο δράστης έπαιζε κορόνα γράμματα τη ζωή του και συχνότερα την υπόληψη και την προσωπική του ελευθερία. Οι πρωτοκλέφτες ήταν προβεβλημένα μέλη των ποιμενικών κοινωνιών, περιζήτητοι γαμπροί, καθώς μπορούσαν να θρέψουν τη φαμίλια και στις πλέον αντίξοες συνθήκες.
Αεράτοι οι βοσκοί στ’ Απεράθου, φημίζονταν για την ικανότητά τους στο νοσφίζεσθαι. Ο Δημητράκης είχε άριστες επιδόσεις στην κλεψά και, ως εκ τούτου, τακτικές δοσοληψίες με το Πλημμελειοδικείο της Σύρας. Ο δικαστής είχε βαρεθεί να τον αθωώνει και κάποια δόση τού κάνει απηυδισμένος: «Σε απαλλάσσω κατηγορούμενε για τελευταία φορά αλλά μη σε ξαναδώ μπροστά μου, γιατί τότε αλίμονό σου». Πέρασαν ελάχιστοι μήνες και ο παραβατικός θυμόσοφος κάθισε και πάλι στο εδώλιο. «Δεν κατάλαβες ότι δεν σε θέλω εδώ;» τον επέπληξε ο λειτουργός της Θέμιδος. Εκείνος έδειξε τα όργανα της τάξεως που τον συνόδευαν και αρκέστηκε να υπογραμμίσει στωικά: «Είπα το ντω κύριε πρόεδρε, αλλά παρακούσασί σε».
Θαρραλέος κλέφτης υπήρξε και ο Μπεολοθέτης, εξάδελφος του Δημητράκη και πάππος από τη μητέρα μου. Αξιοπαρατήρητα κοντός κι ίσως γι’ αυτό ευλύγιστος κι αλαφροπάτης, αναλάμβανε τις επικίνδυνες αποστολές. Περνώντας από γειτονικό χωριό μια παρέα Απεραθιτών εντόπισε έναν μαζωμό (ποιμνιοστάσιο) πρόσφορο να χτυπηθεί το βράδυ. Κατά τα μεσάνυχτα ο Μπέης μπήκε ακροποδητί στη μάντρα και απέσπασε καμιά εικοσαριά πρόβατα χωρίς να γίνει αντιληπτός ούτε απ’ τα σκυλιά. Αξημέρωτα ακόμη ήταν σφαγμένα και το μεσημέρι μοσχομύριζαν σε ισάριθμες κατσαρόλες. Το απόγευμα οι πρώην ιδιοκτήτες τους εισήλθαν στο καφενείο του Σμπάρου μαζί με το απόσπασμα της Χωροφυλακής.
Ηχούσαν σαν κλαυσίγελος οι κουβέντες τους: «Το και το συνέβη. Μόνο Απεραθίτες μπορούσαν να φέρουν σε πέρας τέτοια δουλειά» διαπίστωσαν. Ο μακροβιότερος πρόεδρος της Απειράνθου Νικόλας του Κεραμιώτη εκφώνησε ένα όχι και τόσο πειστικό λογύδριο, εξηγώντας πως οι συγχωριανοί του δεν επιτηδεύονται σε έκνομες δραστηριότητες και, σε κάθε περίπτωση, ας αναζητήσουν αλλού τους ενόχους. Καθώς δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα να ανακαλύψουν τα κλοπιμαία, τα οποία είχαν ήδη ξεκοκαλιστεί, αποχώρησαν άπραγοι. Σίγουρος ο πρόεδρος ότι ο αυτουργός παρακολουθεί από κάποιο τραπέζι, ρωτά την ομήγυρη: «Ηθελα να ’ξερα κι αν ήτονε η θεωρία ντου (θωριά, εμφάνιση) μεγάλη σαν την πράξη ντου». Κι ο Λοθέτης αποκρίνεται, αυτοσαρκαζόμενος για το μπόι του: «Α ντονε δεις θα χάσεις πάσα ιδέα». Ολοι κατάλαβαν.
