ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΥΓΧΑΝΕΙ παραγνωρισμένος, καθότι δεν συγκαταριθμείται στους κολασμένους ή τους ακόλαστους. Ταξινομείται στη γενιά του ’30 και θεωρείται από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στο παρ’ ημίν ποιητικό γίγνεσθαι. Διακρίνεται για το έντονα προσωπικό του ύφος, σμιλεμένο με καβαφικές επιρροές, θρησκευτική ατμόσφαιρα και υπαρξιακό στοχασμό. Ιδού δεινόν δείγμα:

ΒΡΑΔΥΝΟΙΑ Περαστικά από δω σμήνος πουλιά/ μας φέραν μήνυμα βορινό, και τους κωφεύσαμε./ Στην τέφρα τους τα Ορτύκια αντιφεγγίζαν Παγετώνες/ και όχι μονάχα τους κωφεύσαμε, μα και τους στήσαμεν ενέδρα/ και τους ρίξαμε σκάγια και φωτιές, για να τα φάμε./ Και ποιοι; Εμείς, που περιμέναμε/ σαν και τι το βορινό μήνυμα/ τυφλωθήκαμε, και δίχως να σκεφθούμε πού μας ήρθε,/ του ρίξαμε φωτιές, το λαβώσαμε, τ’ αποδιώξαμε./ Περαστικό ήτανε το σμήνος, δεν σου λέω,/ μα ούτε την κούρασή του, τον αφανισμό του/ δεν αγαπήσαμε, δεν σεβαστήκαμε· και μια και λείψαν/ μας ήρθε τώρα η συμπόνεση και βάρος της ψυχής/ για την άχαρη πράξη, για τη φαύλην επίθεση,/ και ιδού μας, απομείναμε οι ανεπιτήδειοι,/ οι βραδυκίνητοι στον νου των εμφανίσεων,/ έρημοι, δίχως μήνυμα βορινό,/ με τα συνηθισμένα μας τα «mea culpa»/ και τις ανώφελες αιτιάσεις του εαυτού μας.

Ο ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ, διότι ασφαλώς περί του Παπατσώνη πρόκειται, αναχωρεί για τις επουράνιες μυσταγωγίες τέτοιες μέρες το 1976, στα 81 του χρόνια, καταλείποντας σημαντικό έργο εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε σοβαρή ανθολογία.

ΣΟΦΙΑ Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα/ ένα ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα/ τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών/ και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν/ κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει/ όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι/ είδαμεν ότι χους εσμέν. Αθλιας επίγνωση/ σοφίας. Ενδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες./ Δουλειά μας τώρα να την αναγάγουμε σε θρίαμβο.

ΣΧΗΜΑ Δεν είναι φωτεινότερο πράγμα από την Αλήθεια·/ ψάχνεις μ’ έρωτα και μανία να τηνε βρεις;/ είναι η έρευνά σου σαν τη Νύχτα καρποφόρα,/ που έχει ασφαλές, ότι θα σκάσει ο Ηλιος πομπωδώς·/ η έρευνά σου σαν τη Νύχτα, που όσα ερέβη/ και αν δέρνουν, κάτι σιγολάμπει, είτε η πληθώρα/ των άστρων, είτε, έστω, η αγωνιώδης μέσω συγνέφων/ θολή εκείνη φωταύγεια που οδηγάει./ Αντίθετα, όποιος δεν νοιάζεται για την Αλήθεια,/ είναι της αμεριμνησίας του η δήθεν γαλήνη/ σαν την αιώνια νύχτα του κακού θανάτου, – άκαρπη,/ δίχως ουδενός πράγματος φόβο ή ελπίδα, δίχως αρχή,/ δίχως τέλος, ασυνείδητη, σαν την ψιλὴ έννοια/ θανάτου δίχως τρόπαια χρωμάτων, δίχως καν τη στιλπνότητα/ Κρίσεως μελλοντικιάς μετά σαλπίγγων.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ Σε ψηλό βράχο, που δεσπόζει/ στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη/ της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει/ απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει/ τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει/ πλούσιων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,/ έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει/ σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει/ ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει/ και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης/ και μυστικός, Αλέξαντρος Παπαδιαμάντης./ Τον ελεεινό σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:/ «Ο κάθε στοχασμός σου –ασμάτων άσμα· στον κόσμο το δικο σου– κόσμος το κάθε πλάσμα».