Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη. Είναι εκείνη που καλείται καθημερινά να αντιμετωπίσει τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, να σχεδιάσει την τοπική ανάπτυξη, να στηρίξει την κοινωνική συνοχή και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο μέλλον.
Κι όμως, ενώ αποτελεί τον πιο άμεσο δημοκρατικό θεσμό, εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε ένα από τα πιο συγκεντρωτικά διοικητικά συστήματα της Ευρώπης.
Η χώρα μας αντιμετωπίζει διαχρονικά την Αυτοδιοίκηση περισσότερο ως εκτελεστικό βραχίονα της κεντρικής διοίκησης παρά ως ισότιμο θεσμικό εταίρο. Το λεγόμενο επιτελικό κράτος, αντί να αποτελέσει αφετηρία μιας ουσιαστικής αποκέντρωσης, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στα υπουργεία. Έτσι, ακόμη και σήμερα, κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν αποκλειστικά τις τοπικές κοινωνίες λαμβάνονται από το κέντρο, δημιουργώντας καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και μειωμένη αποτελεσματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλέον συγκεντρωτικές χώρες ως προς την άσκηση δημόσιας διοίκησης και τη διαχείριση δημόσιων πόρων. Οι δήμοι και οι περιφέρειες διαχειρίζονται σημαντικά μικρότερο ποσοστό της δημόσιας δαπάνης σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να σχεδιάζουν και να υλοποιούν πολιτικές προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε τοπικής κοινωνίας.
Από την άλλη πλευρά, οι πολίτες συνεχίζουν να εμπιστεύονται το δήμο περισσότερο από κάθε άλλο επίπεδο διοίκησης. Απευθύνονται στο Δήμαρχο για ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητά τους, ακόμη κι όταν αυτά δεν ανήκουν στις αρμοδιότητές του. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί μια σχέση διαρκούς απογοήτευσης.
Οι προσδοκίες αυξάνονται, αλλά τα θεσμικά και οικονομικά εργαλεία παραμένουν περιορισμένα.
Η εμπειρία μου από την Αυτοδιοίκηση με έχει οδηγήσει σε ένα σαφές συμπέρασμα: το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη ανθρώπων με γνώσεις ή η διάθεση να προσφέρουν. Είναι και η αναντιστοιχία μεταξύ αρμοδιοτήτων και διαθέσιμων μέσων. Δεν μπορεί να ζητάμε από τους δήμους να διαχειρίζονται ολοένα και πιο σύνθετες προκλήσεις, χωρίς να τους εξασφαλίζουμε τους αναγκαίους πόρους, το κατάλληλο προσωπικό και την απαιτούμενη διοικητική αυτονομία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Μια ιστορική ευκαιρία για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας θα μπορούσε να αποτελέσει ταυτόχρονα και μια ιστορική ευκαιρία ενίσχυσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, οι δήμοι και οι περιφέρειες όχι μόνο δεν είχαν το ρόλο που τους αναλογούσε στο σχεδιασμό, αλλά είχαν και το ρόλο του «φτωχού «συγγενή», ως προς την κατανομή των πόρων του και την υλοποίηση των παρεμβάσεων.
Το ίδιο ισχύει και για τη χρηματοδότηση. Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν τις διαρκώς αυξανόμενες αρμοδιότητες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν μπορεί να απαιτούμε περισσότερες κοινωνικές υπηρεσίες, καλύτερη πολιτική προστασία, σύγχρονες υποδομές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, όταν οι διαθέσιμοι πόροι παραμένουν ανεπαρκείς. Η οικονομική αυτοτέλεια των δήμων δεν είναι προνόμιο, είναι προϋπόθεση αποτελεσματικής διοίκησης.
Η μεγάλη πρόκληση, όμως, δεν αφορά μόνο στο καλύτερο μοντέλο δημόσιας διοίκησης. Αφορά και στην ανάπτυξη. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να σχεδιάσει από την Αθήνα το μέλλον κάθε νησιού, κάθε ορεινού δήμου ή κάθε τοπικής οικονομίας. Η πραγματική ανάπτυξη γεννιέται στις τοπικές κοινωνίες.
Με περισσότερες αρμοδιότητες, επαρκείς πόρους και σύγχρονα εργαλεία, οι δήμοι μπορούν να εξελιχθούν σε πρωταγωνιστές της πράσινης μετάβασης, της καινοτομίας, του τουρισμού και της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, ενώ ταυτόχρονα να λειτουργήσουν ως πραγματικοί σύμμαχοι της επιχειρηματικότητας μέσα από ταχύτερες διαδικασίες, ψηφιακές υπηρεσίες και ένα σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, που θα στηρίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.
Η αποκέντρωση δεν είναι παραχώρηση εξουσίας από το κράτος προς την Αυτοδιοίκηση. Είναι επένδυση στην αποτελεσματικότητα του ίδιου του κράτους. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία εμπιστοσύνης με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, βασισμένη σε καθαρές αρμοδιότητες, επαρκή χρηματοδότηση, πραγματική οικονομική αυτοτέλεια και ουσιαστική συμμετοχή στον εθνικό αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Μόνο τότε η Αυτοδιοίκηση θα πάψει να είναι ένας διαχειριστής της καθημερινότητας και θα εξελιχθεί στον ισχυρότερο μοχλό δημοκρατίας, ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής που έχει ανάγκη η χώρα.
* Μέλος Εθνικού Συμβουλίου Ε.Λ.Α.Σ. Διευθύνων Σύμβουλος Αναπτυξιακής Αττικής
