Tο «Ανοιχτό Βιβλίο» από καταβολής του φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση). Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους. Μετά τον Ηλία Παπαμόσχο και την Άννα Γρίβα, αυτό το Σάββατο γράφει η Ισμήνη Καρυωτάκη.
Ισμήνη Καρυωτάκη*
Στης σενιόρας Μαρίας
Στης κυρίας Μαρίας, στην Ψαρών κοντά στις Φυλακές, μ’ έστειλε -για δωμάτιο- ο κύριος Ανάργυρος από το «Ηλέκτρα». Πήρα την Αφαίας με τα πόδια. Ο ήλιος κατακούτελα, η βαλίτσα τροχήλατη, τα ροδάκια κροταλίζοντα και η επαπειλούμενη επίσημη πρώτη της έκθεσής μου αυγουστιάτικα εν Αιγίνη -ή αλλιώς εγκαίνια- να μου σφίγγει το στομάχι ως καπάκι μπίρας. Στο δεκατρία της Ψαρών στάθηκα. Η καγκελόπορτα κλειστή. Πίσω της ευωδίαζαν βασιλικοί, γαρίφαλα, μενεξέδες, ροζ ορτανσίες ώς και… φοινικιές. Πήρα βαθιά ανάσα, φώναξα δυο τρία κυρία Μαρία και στο τρίτο εμφανίστηκε άντρας -σκουρόχρωμος, πανύψηλος και ευειδής-, έφτασε στην καγκελόπορτα. «Λάζαρο» μου συστήθηκε -και δεν κάνω πλάκα-, εστόι κουμπάνο, ελ ασιστέντε δε σενιόρα Μαρία -είμαι Κουβανός βοηθός της κυρίας Μαρίας- συνέχισε, άμπλο εσπανιόλ, τον έκοψα, σπάσαμε χαμόγελο και μου πρότεινε τα φερ φορζέ του κήπου.
Ξεκουραστείτε για λίγο και μη φοβάστε, το αιλουροειδές είναι εξημερωμένο με διαβεβαίωσε, ενώ κοίταζε τη λούτρινη τίγρη πάνω στο πεζούλι δίπλα στις ροζ ορτανσίες κάτω από τη σκιά του φοίνικα. Κάθισα κι εγώ. Με το που έφυγε ο Λάζαρο, κοίταξα την τίγρη, ρίγες ξανθό-πορτοκαλί σε κανελί-καφέ φόντο, σήκωσα το χέρι μου δειλά, τόλμησα τη χάιδεψα και εν τέλει έπεισα τον εαυτό μου ότι βρίσκομαι στο Ισλα δε λα Χουβεντούδ ή έστω σε ένα από αυτά τα χίλια μικρά νησιά της Καραϊβικής – όπως σας βλέπω και με βλέπετε…
Είχα σχεδόν παραδοθεί στη ροζ ορτανσί ατμόσφαιρα του κήπου και ετοιμαζόμουν να αφεθώ άνευ όρων στις διαθέσεις του αιλουροειδούς, όταν ο Λάζαρο ένευσε να περάσω στης σενιόρας Μαρίας. Πέρασα. Η σενιόρα ζήτησε συγγνώμη γιατί την έβρισκα απεριποίητη. Δεν με ειδοποίησε εγκαίρως ο Ανάργυρος, αλλά θα επανορθώσω, θα μας δοθεί η ευκαιρία να με απολαύσετε και κομ ιλ φο είπε η κυρία Μαρία, ευτραφής, κατάξανθη και ωραιότατη μέσα στο μαύρο της εφαρμοστό φουστάνι. Εν τω άμα ο Λάζαρο αναδύθηκε από την παραστάδα του θυρώματος με υποβρύχιο σε ποτήρι και σε δίσκο.
Η σενιόρα Μαρία δεν διαθέτει συχνά τα δωμάτια του υπερώου της, είπε, αλλά όταν το κάνει έχει τον τρόπο της. Εις υγείαν της σενιόρας Μαρίας, πρόσθεσα εγώ υψώνοντας το ποτήρι του υποβρυχίου προς εκείνη. Πριν καν δροσίσω το λαρύγγι μου η σενιόρα πρόλαβε να κρυφτεί στην κουζίνα της. Σας αφήνω, φώναξε, τηγανίζω σελάχι, ψάρι είναι το σελάχι και είστε καλεσμένη μου στο γεύμα.
Μίλησε κανείς για εγκαίνια;
Μετά χαράς! αναφώνησα.
Εχω ετοιμάσει και ρύζι α λα κουμπάνα, είπε ο Λάζαρο ενώ η κυρία Μαρία τού παράγγελνε από την κουζίνα της πως θα πρέπει να ταχτοποιήσει το δωμάτιό μου στο υπερώο. Οσο τσιτσίριζε το σελάχι στην κουζίνα, η αφεντιά μου έκλωθε σενάρια: ασιστάντε ο Λάζαρο; Ή κουμπάνο αμορόσο; Και η σενιόρα; Η σενιόρα, τι;
Στο τραπέζι το σελάχι λαχταριστό, το ρύζι εύοσμο, ο Λάζαρο εξαφανισμένος κι εγώ με την κυρία Μαρία -στη δική μας γλώσσα- μιλάμε και γελάμε – γελάμε πολύ. Φιλόξενη, περιποιητική, διαχυτική, όχι όμως και εξομολογητική η σενιόρα. Λίγα εκμαίευσα. Οταν εμφανίστηκε ο Λάζαρο, τα γέλια κοπήκαν – είχαμε αποφάει.
Στο υπερώο έφτασα το απομεσήμερο
Ανεβήκαμε την περιστρεφόμενη κλίμακα -μπροστά ο Λάζαρο και η βαλίτσα, πίσω εγώ-, διαβήκαμε τον αιωρούμενο μεταλλικό διάδρομο ανάμεσα σε κληματαριές, κεραμοσκεπές, ακροκέραμα, γλαρόνια -ο Ταντάο Αντο θα τον ζήλευε, τον διάδρομο εννοώ, αλλά μπορεί και τον Λάζαρο…- με τη θάλασσα να λαμπυρίζει κατά τη Δύση, τις φιστικιές να ξεμυαλίζονται κατά την Ανατολή, με «το δωμάτιό μου» και τα τρία ανόμοια παράθυρά του -το καθένα με τη δική του ξεχωριστή θέα- να βλέπουν και πέρα από τον κήπο της σενιόρα, σε άλλους κήπους με άλλα δωμάτια και με άλλες κυρίες Μαρίες και άλλους Λάζαρο και εν τέλει σταλάζοντάς μου εκείνη την αίσθηση πως εδώ, τώρα, κυρία προσωρινή ένοικος, ήδη από την καγκελόπορτα του 13 της Ψαρών, παίζεις σε μια ταινία, εδώ ξετυλίγεται μια ιστορία, πες την νουβέλα, μυθιστόρημα ή ότι άλλο…
Και επιμένει η αίσθηση, ορίστε που μάνι μάνι μ’ έφτασε στην αφήγησή της, …όσο για το μυθιστόρημα, μπάστα, …μόνο μην πέσει η σημερινή φυλλάδα στα χέρια της σενιόρας.
● Τελευταίο βιβλίο της Ι. Καρυωτάκη είναι το «Sarah en Berlin» (Ποταμός, 2024).
