Η γοητεία των διατηρητέων κτιρίων είναι αδιαμφισβήτητη. Τα μοναδικά αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά τούς δίνουν αυτή την υπέροχη αισθητική, ενώ τα παραδοσιακά υλικά με τα οποία είναι κατασκευασμένα, τους έχουν επιτρέψει να επιβιώσουν μέσα στον χρόνο. Το κάθε ένα κρύβει τη δική του μοναδική ιστορία αλλά και την ιστορία της εποχής του και της πόλης. Όταν τα κοιτάζεις, μπορείς να ακούσεις όσα αφηγούνται αλλά και να δεις τη σκληρή δουλειά και την αφοσίωση που βρίσκονται πίσω από την κατασκευή τους.
Η διατήρησή τους, λοιπόν, είναι κάτι περισσότερο από ένα συναισθηματικό ταξίδι στο παρελθόν. Έχει να κάνει με την Ιστορία, τον πολιτισμό αλλά και την έξυπνη στρατηγική που οι πόλεις σήμερα σχεδιάζονται ώστε να ευθυγραμμιστούν με τους σύγχρονους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς στόχους. Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο προσφέρουν κίνητρα για να ενθαρρύνουν τη διατήρησή τους.
Αντίθετα, στην Ελλάδα «ο ιδιοκτήτης καλείται να σηκώσει το δυσανάλογο βάρος για τη διάσωση ενός αγαθού που έχει δημόσια και εθνική αξία», τόνισε η αρχιτέκτονας και δραστήρια πρόεδρος του Συλλόγου για τη Διάσωση των Διατηρητέων, Γιώτα Βρεττάκου – Μιχαλοπούλου, κατά την έναρξη της εσπερίδας που διοργανώθηκε για το παρόν και το μέλλον των διατηρητέων στην Ελλάδα.
Ανεπίλυτες συγκρούσεις
Η Ελλάδα παρότι έχει κυρώσει τη Σύμβαση της Γρανάδας, η οποία αφορά την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ευρώπη, δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα οι ελληνικές πόλεις να έχουν χάσει την ταυτότητά τους. «Η φυσιογνωμία των οικισμών και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν αποτέλεσαν ποτέ προτεραιότητα για το ελληνικό κράτος» δήλωσε η αντιπρόεδρος του ΣτΕ ε.τ και πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, Μαρία Καραμανώφ.
«Η νομοθεσία στην Ελλάδα δεν πέτυχε τον σκοπό της, αφενός, γιατί ήρθε καθυστερημένα –προηγήθηκαν οι αντιπαροχές– και, αφετέρου, γιατί δεν έγινε ποτέ εφαρμογή της νομοθεσίας για τα αρχιτεκτονικά σύνολα» εξήγησε η κυρία Καραμανώφ, ενώ αναφέρθηκε και στην ανεπίλυτη σύγκρουση που έχει να κάνει με την προστασία της Ιστορίας, από τη μια πλευρά, και την προστασία της ιδιοκτησίας, από την άλλη. «Η κήρυξη ενός ακινήτου ως διατηρητέου είναι υποχρέωση και η παράλειψή του δικάζεται. Ωστόσο υπάρχει και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και ο νομοθέτης πρέπει να βρει λύσεις για την προστασία της. Η σύγκρουση αυτή όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά δεν ικανοποιείται και κανένα από τα δύο» λέει η κ. Καραμανώφ.
«Βαθιά πολιτικό» χαρακτήρισε το πρόβλημα ο πολιτικός μηχανικός και τ. πρόεδρος αντιπροσωπείας του ΤΕΕ Ιωάννης Κυριακόπουλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο κ. Κυριακόπουλος, στην Ελλάδα υπάρχουν 20.000 εγκαταλειμμένα κτίρια, τα 1.600 απ’ αυτά βρίσκονται στην Αθήνα, ενώ υπάρχουν και 3.000 διατηρητέα που ανήκουν στο Δημόσιο. «Τα διατηρητέα αφορούν την ίδια την εικόνα της κοινωνίας μας. Τα περισσότερα είναι εγκαταλειμμένα και έχουν τεχνικά αποσαθρωθεί. Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Από τη μια έχουμε εγκαταλειμμένα κτίρια και από την άλλη υπάρχουν άστεγοι. Η αποκατάσταση και η επανάχρηση των κτιρίων θα μπορούσε να αποτελέσει λύση».
Οι ιδιοκτήτες των διατηρητέων αισθάνονται όμηροι μιας νομοθεσίας που τους οδηγεί σε απόγνωση και αυτό που ζητούν από την Πολιτεία είναι «να ιεραρχηθεί η ψήφιση των εφαρμοστικών διαταγμάτων που εκκρεμούν τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, ώστε να εξασφαλιστούν: η θεσμική αναγνώριση του δημόσιου – εθνικού χαρακτήρα της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Να υπάρξουν οικονομικές και φορολογικές διευκολύνσεις και να υπάρξει και ευελιξία σε επιτρεπόμενες χρήσεις, έτσι ώστε να καταστούν εκ νέου βιώσιμα τα κτίρια», λέει η κ. Βρεττάκου, η οποία ως απόγονος του Νικηφόρου Βρεττάκου επέλεξε να κλείσει την εσπερίδα με το ποίημά του «Η ιστορία».
«Δεν μας προσμένει η ιστορία στο βάθος
αλλά προχωρεί μαζί μας. Με τα χέρια μας
κωπηλατεί τον χρόνο. Είμαστε το ρεύμα
που κουβαλάει πάνω του το αύριο,
χωρίς να είμαστε το αύριο (…)»
