ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιδού ένα παράδειγμα καλλιτεχνικής πρότασης που κατάφερε αληθινά να κινήσει το ενδιαφέρον, πριν ακόμη εμφανιστεί στο κοίλον της Αργολίδας. Οι «Βάκχες» που παρακολουθήσαμε το προηγούμενο διήμερο της Επιδαύρου, αποτελούν κοινή παραγωγή τριών φορέων που σχηματίζουν ένα ιδεατό τρίγωνο: του ίδιου του Φεστιβάλ, του Κρατικού Θεάτρου της Θεσσαλονίκης και του Εθνικού Θεάτρου της Σόφιας.

Το αρχαίο δράμα γίνεται για μια ακόμη φορά τόπος υπέρβασης των συνόρων (όχι μόνο εθνικών, αλλά και ιστορικών, εθιμικών, γλωσσικών) και πεδίο συνάντησης μιας κοινότητας που επιμένει να στρέφεται προς την κοινή ρίζα και τα συλλογικά ερωτήματα του ανθρώπου.

Οι «Βάκχες» φέρνουν μαζί στην Επίδαυρο και μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού θεάτρου, τον Βούλγαρο σκηνοθέτη Javor Gardev. Σκηνοθέτης, δάσκαλος αλλά και σημαντικός θεωρητικός της σκηνής, με σπουδές φιλοσοφίας και πλήθος αναγνωρισμένων παραστάσεων στο ενεργητικό του -άξιος συνεχιστής της μεγάλης σχολής των «εξ Ανατολών» σκηνοθετών, με έμφαση στο κλασικό θέατρο και κυρίως στον Σέξπιρ-, ο Γκάρντεφ επιχειρεί φέτος για πρώτη φορά την κάθοδό του στο αρχαίο δράμα και την Επίδαυρο.

«Βάκχες»: Ανάμεσα στην έκσταση και την αμηχανία
Οι ερμηνευτές της παράστασης συγκροτούν ένα σύνολο εξαιρετικού επιπέδου

Ο Γκάρντεφ λοιπόν βρίσκεται στη μια μεριά της συζήτησης. Στην άλλη βρίσκεται το δαιμόνιο αυτό συγκρότημα βρετανικής προέλευσης και βερολινέζικης ιδιοσυγκρασίας που λέγεται «Tiger Lillies». Γεμάτο με τη θεατρικότητα του καμπαρέ, την ειρωνική νύξη και το μαύρο χιούμορ του, με το μελαγχολικό χαμόγελο της μουσικής του μάσκας. Κι αυτοί συναντούν για πρώτη φορά τον Ευριπίδη στην Επίδαυρο, μα σαν να τον γνωρίζουν από πάντα. Στις φλέβες της γκροτέσκ ποιητικής τους αντίληψης των πραγμάτων, αναμφίβολα ζουν κάποια από τα δικά του, αρχαία γονίδια.

Τέλος, υπάρχει στο μέσον κι αυτό που σημειώσαμε στην αρχή. Η «συνάντηση» καλλιτεχνών τριών (ή τεσσάρων) χωρών, γλωσσών και σκηνικών παραδόσεων. Ελληνες συμπράττουν με Βούλγαρους συναδέλφους τους και με δημιουργούς γερμανικής και βρετανικής καταγωγής – και όλοι αυτοί πάνω στη «βάση» των «Βακχών»… Αυτή η απλοχεριά, του να βλέπεις στην Επίδαυρο μια παράσταση με τα όλα της «ευρωπαϊκή», δεν μπορεί παρά να κάνει και τον δικό μας ρόλο ως θεατών να εντάσσεται σε μια μεγάλη, ανοιχτή ταυτότητα.

Περνώ βιαστικά στην πρόταση του σκηνοθέτη, που έχει, νομίζω, πολλά στοιχεία άξια σχολιασμού. Κατ’ αρχάς την ανοιχτή και δυναμική χρήση του θεάτρου, με τους ηθοποιούς να επεκτείνουν τη «σκηνή» στο κοίλον και τα μέλη του θιάσου να καταλαμβάνουν -με την άδεια του Διόνυσου πάντα- διαζώματα, κερκίδες και αναβαθμούς. Πράγματι, κι άλλες -πολλές- φορές το έχουμε δει αυτό, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό και όχι με τόση αυτοπεποίθηση. Πράγματι ένιωθες πως δίπλα στη Θήβα ο Διόνυσος -το αφεντικό!- ήλθε στο θέατρο για να επιβάλει τους δικούς του νόμους. Το γκροτέσκ, πληθωρικό, ανοικονόμητο και ώς έναν βαθμό τρομακτικό πρόσωπό του υψώνεται πάνω στους οργανωμένους νόμους της πολιτείας μας.

Γι’ αυτό δεν θα πρέπει να μας παραξενέψει η σκηνογραφία, σειρά από φράχτες που καταλαμβάνουν όλη σχεδόν την ορχήστρα (σκηνικό του Nikola Toromanov), αφήνοντας λίγο χώρο αρχικά για τον θίασο του θεού, που έρχεται «από ψηλά» για να ανατρέψει την αρχική τάξη και να επιβάλει τους δικούς του άναρχους όρους.

Εκείνο ακόμη που αξίζει να σχολιαστεί χωριστά είναι η μάλλον μετρημένη προσπάθεια του Γκάρντεφ να «εικονοποιήσει» το ίδιο το δράμα του Ευριπίδη. Ας πούμε, η είσοδος των «πιστών» Κάδμου και Τειρεσία στην αρχή της τραγωδίας παρουσιάζεται σχεδόν μέσω απλής αφήγησης, όπως περίπου και η εξίσου περίφημη σκηνή του «σεισμού» που προκαλείται από τον φυλακισμένο θεό στη συνέχεια. Σοφή επιλογή. Εχοντας τους Tiger Lillies στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.

Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος επί σκηνής και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του. Ο ίδιος ο Χορός πρώτα πρώτα που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο. Στο ίδιο αισθητικό σύμπαν εντάσσονται και τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη, που συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies. Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.

Οι ερμηνευτές της παράστασης συγκροτούν ένα σύνολο εξαιρετικού επιπέδου. Ο Διόνυσος του Leonid Yovchev διαθέτει τη μυστηριώδη εκείνη αυτοκυριαρχία που απαιτεί ο ρόλος, ενώ ο Μιχαήλ Ταμπακάκης συνθέτει έναν Πενθέα σωματικά εύθραυστο, αλλά εσωτερικά αδιάλλακτο, αποτυπώνοντας πειστικά τη σταδιακή αποδόμηση της εξουσίας του.

Ο Samuel Finzi προσδίδει στον Τειρεσία του τη γαλήνη και την πνευματική βαρύτητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει περισσότερα από όσα λέει, ενώ ο Αλέξανδρος Μυλωνάς χαρίζει στον Κάδμο σπάνια αξιοπρέπεια, που γίνεται ολοένα πιο επώδυνη όσο πλησιάζει η καταστροφή. Η Λουκία Μιχαλοπούλου οδηγεί τη δική της Αγαύη με ακρίβεια από τη διονυσιακή έξαρση στην τραγική αναγνώριση. Εξαιρετικοί και οι δύο Αγγελιαφόροι, ο Ivan Youroukov και ο Martin Dimitrov, που κατορθώνουν να μετατρέψουν την αφήγηση σε αυθεντικό θεατρικό γεγονός.

Φυσικά υπάρχουν και τα προβλήματα, που κάποτε ξεκινούν από τις ίδιες αυτές συνθήκες. Ας πούμε, υπάρχει το πρόβλημα της υπερβολικά δυνατής σκηνικής προσωπικότητας του βρετανικού συγκροτήματος, που δεν μπορεί εύκολα να υποταχθεί ή να διαχυθεί σε ένα ολικό έργο τέχνης. Είναι η εικόνα τους που κάνει το θέατρο να κυλίσει κάποτε στο μιούζικ χολ, σε ένα υπαίθριο καμπαρέ που ξετυλίγεται εν μέσω του αργολικού κάμπου. Κι ούτε η όμορφη επί σκηνής συνύπαρξη συντελεστών από διαφορετικές καταγωγές μένει χωρίς ενστάσεις. Η βασικότερη από αυτές: η αγγλική linqua franca, την οποία εξ ανάγκης πρέπει να ακολουθήσουν οι ερμηνευτές. Μα δεν είναι παράταιρο -αν όχι και κάπως κωμικό- να ακούς ηθοποιούς που δεν έχουν την αγγλική ως μητρική γλώσσα να εκφράζονται, με όποια προφορά μπορούν, στη γλώσσα του Σέξπιρ; Κι αν αυτό δεν προβληματίζει στις περιπτώσεις των ξένων ηθοποιών (που δεν τους γνωρίζουμε κιόλας στη γλώσσα τους), στην περίπτωση των δικών μας, Ελλήνων; Δεν κρύβω πως σκέφτηκα κάποια στιγμή μήπως αυτή η επιλογή αποτελούσε, πέρα από την προφανή κατάληξη του γνωστού δίδυμου ανάγκης και φιλότιμου, προϊόν μιας βαθύτερης σκέψης του σκηνοθέτη που αφορούσε την έλευση του Διόνυσου στην πόλη και την αίσθηση του ανοίκειου… Μα δεν σκεπάζεται εύκολα αυτό το παραξένισμα με τέτοια κουβέρτα.

Ομολογώ πως μέχρι το τέλος της παράστασης δεν είχα καταλήξει σε μια μονοσήμαντη κρίση για την παράσταση… Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πρόσημό της. Πίσω από τη σκηνοθετική πρόταση διακρίνεται μια ουσιαστική γνώση του ευριπίδειου έργου και των πολλαπλών του σημασιών, γνώση στην οποία ασφαλώς συνέβαλε και η παρουσία της εξαιρετικής μελετήτριας του αρχαίου δράματος Ιωάννας Ρεμεδιάκη ως δραματουργικής συμβούλου.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης αισθανόμουν λοιπόν να ενεργούν μέσα μου δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία η μουσική των Tiger Lillies, που με παρέσυρε προς τα κάτω, σε έναν κόσμο σκοτεινό, σχεδόν χθόνιο, όπου ο Διόνυσος διαβρώνει αθόρυβα τις βεβαιότητες του πολιτισμού. Κι από την άλλη, η ίδια η σκηνοθετική κατασκευή, η τεχνητή κοινή γλώσσα, η διαρκής αίσθηση ανοικείωσης, η έντονη αφηγηματικότητα, η σχεδόν συνειδητή απόσταση από τη συναισθηματική ταύτιση, με επανέφερε διαρκώς στην επιφάνεια, στην επίγνωση ότι παρακολουθώ μια σύνθεση και όχι μια διονυσιακή παράδοση του εαυτού.

Αναρωτιέμαι λοιπόν αν αυτή η εσωτερική αντίφαση αποτελεί τελικά αδυναμία της παράστασης ή την ουσία της… Καταλήγω στο δεύτερο. Γιατί οι «Βάκχες» δεν είναι έργο συμφιλίωσης, αλλά σύγκρουσης. Ο Ευριπίδης δεν ζητά ποτέ από τον θεατή να επιλέξει ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Πενθέα, ανάμεσα στην έκσταση και τη λογική, ανάμεσα στο ένστικτο και τον πολιτισμό. Τον αφήνει να φοβηθεί και τους δύο κόσμους ταυτόχρονα.

Ισως ο Γκάρντεφ κατόρθωσε να αγγίξει κάτι από τον ίδιο τον πυρήνα της ευριπίδειας σκέψης. Καμία αλήθεια δεν παρηγορεί οριστικά. Κι αν η τραγωδία μιλά για κάτι, είναι για την αδυναμία μας να επιλέξουμε ανάμεσα στις εξίσου επικίνδυνες όψεις της.