ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Ιωαννίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αφετηρία του «Big House» δεν είναι μια καλλιτεχνική σύλληψη ούτε μια προγραμματισμένη δισκογραφική δουλειά, αλλά μια βαθιά προσωπική εμπειρία: το ταξίδι της υιοθεσίας ενός παιδιού στην Ουγκάντα.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός Πάνος Μπίρμπας μιλά για το πώς η πατρότητα έγινε τραγούδι, για τις προκλήσεις μιας DIY ηχογράφησης στην Ουγκάντα, για τη δύναμη της μουσικής να γεφυρώνει διαφορετικούς κόσμους και για το μήνυμα που θέλει να στείλει σε όλα τα «παιδιά-μαχητές».

-Το «Big House» γεννήθηκε μέσα από μια απολύτως προσωπική διαδρομή, την υιοθεσία ενός παιδιού -του παιδιού σας, πλέον. Πότε καταλάβατε ότι αυτή η εμπειρία θα μετατραπεί σε δίσκο;

Από την πρώτη στιγμή ήξερα πως αυτή η εμπειρία θα φέρει μέσα μου πολλά νέα πράγματα. Η υιοθεσία δεν ήταν απλώς ένα γεγονός· στην πραγματικότητα έγινα ένας καινούργιος άνθρωπος. Κι όταν έχεις μάθει να εκφράζεσαι μέσω της μουσικής, είναι σχεδόν αναπόφευκτο όλη αυτή η εσωτερική μεταμόρφωση να αναζητήσει τον δρόμο της προς τον ήχο. Οταν ηχογράφησα εκεί και γύρισα στην Ελλάδα, κατάλαβα ότι στην ουσία κατέγραφα το ταξίδι, την προσπάθεια να ισορροπήσω ανάμεσα στη χαρά και στον φόβο του εκεί άγνωστου, αλλά κυρίως ότι μιλούσα για τα άπειρα συναισθήματα που ένιωθα σε σχέση με το παιδί. Ετσι γεννήθηκε το «Big House». Από μια εσωτερική ανάγκη να κατανοήσω και να μοιραστώ όσα ζούσα.

-16 μήνες παραμονής στην Ουγκάντα. Ποια ήταν η πιο καθοριστική στιγμή αυτής της περιόδου για εσάς, σε ανθρώπινο επίπεδο αλλά και καλλιτεχνικά;

Η πιο καθοριστική περίοδος ήταν εκείνη μετά τον πρώτο χρόνο. Τους πρώτους μήνες οι δυσκολίες και οι συνεχείς διαδικασίες γύρω από την υιοθεσία δεν μου άφηναν περιθώριο για άλλες σκέψεις. Ημουν ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο παιδί και σε ό,τι χρειαζόταν ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία με ασφάλεια και σωστά. Ομως όσο πλησίαζε το τέλος της παραμονής μας, άρχισα να νιώθω έντονα την ανάγκη να αφήσω ένα καλλιτεχνικό αποτύπωμα από αυτό το ταξίδι.

-Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν σε συνθήκες DYI. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες πρακτικές δυσκολίες μιας τέτοιας παραγωγής και πώς αυτές επηρέασαν τον τελικό ήχο;

Η παραγωγή έγινε σε αμιγώς DIY συνθήκες, όντως, κι αυτό είχε πολλές πρακτικές δυσκολίες. Οι άνθρωποι που έπαιξαν μαζί μου δεν είχαν καμία προηγούμενη επαφή με τη δυτική μουσική κουλτούρα. Προσπαθούσα λοιπόν να τους μεταφέρω μια αισθητική και έναν ήχο που για μένα ήταν αυτονόητος, αλλά γι’ αυτούς κάτι εντελώς ξένο. Χρειάστηκε χρόνος, υπομονή και αρκετή ψυχολογική υποστήριξη μέχρι να βρούμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Το ίδιο συνέβη και με τη διαδικασία της ηχογράφησης: δεν είχαν ιδέα για το πώς λειτουργεί μια τυπική παραγωγή, πώς «στήνεται» ένα κομμάτι στο στούντιο, τι ρόλο παίζει η κάθε λεπτομέρεια, γιατί φοράμε ακουστικά ή γιατί χρησιμοποιούμε μετρονόμο.

Επίσης, δεν υπήρχε καν κατάλληλος χώρος για να ηχογραφήσουμε. Επρεπε να βρω, να εξοπλίσω και να προσαρμόσω ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσα να δουλέψω με τα μέσα που είχα κουβαλήσει από την Αθήνα. Ηταν μια διαδικασία με πολύ τρέξιμο, αυτοσχεδιασμό και δημιουργική επιμονή, όπου κάθε βήμα έμοιαζε σαν μικρή μάχη που έπρεπε να κερδηθεί. Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις δυσκολίες συνέβη κάτι όμορφο: οι άνθρωποι που συμμετείχαν αγάπησαν πραγματικά, με όλη τους την καρδιά, την ιστορία των τραγουδιών. Αυτή η αγάπη -το ότι μπήκαν στην ουσία της μουσικής, έστω κι αν δεν ήταν εξοικειωμένοι με το ύφος της- άρχισε σιγά-σιγά να διαμορφώνει και τον ήχο. Νομίζω πως αυτός ο συναισθηματικός δεσμός άφησε το αποτύπωμά του σε ολόκληρο το άλμπουμ.

Ο Πάνος Μπίρμπας στην «Εφ.Συν.»: Ενα ταξίδι στην Ουγκάντα, ένας γιος και η μουσική
Οι Nile Beat Artists με τον Πάνο Μπίρμπα

-Οι Nile Beat Artists είναι μια μπάντα ντόπιων μουσικών του δρόμου. Πώς προέκυψε η συνεργασία και τι σας δίδαξε αυτή η μουσική συνύπαρξη;

Η συνεργασία μου με τους Nile Beat Artists γεννήθηκε σχεδόν τυχαία, μέσα από μια περιπλάνηση στις πηγές του Νείλου, στην πόλη Jinja. Επισκεπτόμασταν συχνά την περιοχή, γιατί ήταν πραγματικά μαγική. Σε μία από αυτές τις βόλτες, άκουσα για πρώτη φορά τον ήχο τους -τον ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζονταν τα παραδοσιακά τους κρουστά και τη μουσική τους δύναμη. Συγκινήθηκα αμέσως· ήταν ένας ήχος ωμός, ζωντανός, γεμάτος αλήθεια. Κάποια στιγμή τους πλησίασα και συστήθηκα ως μουσικός και παραγωγός. Τους μίλησα για την ιστορία μας, για τα κομμάτια που ήθελα να ηχογραφήσω στην Ουγκάντα, και τους ζήτησα να συμμετάσχουν. Ετσι ξεκίνησε μια συνεργασία που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

«Η υιοθεσία δεν ήταν απλώς ένα γεγονός· στην πραγματικότητα έγινα ένας καινούργιος άνθρωπος»

-Λέτε ότι στα τραγούδια αποτυπώνονται τα βιώματα του γιου σας και εκατομμυρίων παιδιών. Πώς χειριστήκατε καλλιτεχνικά ένα τόσο φορτισμένο συναισθηματικά υλικό;

Το να δουλέψω καλλιτεχνικά πάνω στα βιώματά μας, στα βιώματα του γιου μου -κι έπειτα να αντιληφθώ πως αυτά αντανακλούν και τις εμπειρίες εκατομμυρίων παιδιών- ήταν μια από τις πιο δύσκολες και ευαίσθητες διαδικασίες που έχω βιώσει ως δημιουργός. Κουβαλούσα μέσα μου ένα βάρος, μια τρυφερότητα αλλά και έναν βαθύ πόνο και ήξερα ότι αν επιχειρούσα να τα «τακτοποιήσω» ή να τα ωραιοποιήσω, θα έχαναν την αλήθεια τους. Ετσι, διάλεξα τον μόνο τίμιο δρόμο: την απόλυτη ειλικρίνεια. Δημιούργησα αυτά τα τραγούδια αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εαυτό μου, χωρίς καμία προσπάθεια να φιλτράρω όσα ένιωθα. Η διαδικασία λειτούργησε σαν μια βαθιά προσωπική ψυχοθεραπεία. Η μουσική έγινε ο χώρος όπου μπορούσα να αποδεχτώ αυτά τα συναισθήματα, να τα κατανοήσω, να τα μεταμορφώσω. Είναι τραγούδια που γράφτηκαν με την καρδιά ανοιχτή. Αυτή είναι η δύναμή τους.

-Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται ως «μουσική του κόσμου». Πόσο σας άλλαξε η επαφή με τους ρυθμούς, τα χρώματα και τον τρόπο ζωής της Ανατολικής Αφρικής;

Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να βρεθείς στην Αφρική, και ειδικά στην Ουγκάντα, και να μην αλλάξεις ολοκληρωτικά ως άνθρωπος. Για μένα, αυτή η εμπειρία ήταν ένα είδος εσωτερικής μετάβασης. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως μπαίνω σε έναν κόσμο με διαφορετικό παλμό. Οι άνθρωποι εκεί κουβαλούν μια αφοπλιστική ανθρωπιά. Η αγάπη, η αλληλεγγύη, το πώς μοιράζονται ό,τι έχουν –ακόμη και τα ελάχιστα– σε αναγκάζουν να επαναπροσδιορίσεις τις δικές σου προτεραιότητες. Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν το χαμόγελό τους. Ενα χαμόγελο που εμφανίζεται ακόμη και μέσα σε δύσκολες συνθήκες κι έχει μια δύναμη σχεδόν θεραπευτική. Και μετά είναι η φύση… Τα χρώματα, τα αρώματα, οι ήχοι – ένας αισθητηριακός κόσμος που σε ξυπνάει από μέσα προς τα έξω. Ενας κόσμος που με έσπρωξε σε μια πιο ειλικρινή σχέση με τον εαυτό μου, με τους άλλους και με όσα πραγματικά έχουν σημασία.

-Στο project συμμετέχουν πολλοί καταξιωμένοι Ελληνες και ξένοι μουσικοί. Τι σας προσέφερε ο καθένας σε αυτό το ταξίδι;

Ολοι όσοι συμμετείχαν σε αυτό το project αγκάλιασαν με όλη τους την αγάπη το νόημα αυτού του ταξιδιού και το απογείωσαν με τη δική τους ενέργεια. Οι αγαπημένες μου Αλεξάνδρα Σιετή, Idra Kayne -που έχει και την καταγωγή της από την Ουγκάντα, κάτι που πρόσθεσε μια ιδιαίτερη συναισθηματική διάσταση- και Λόλα Γιαννοπούλου στόλισαν το άλμπουμ με τις υπέροχες φωνές τους.

Ο Yoel Soto, με το εξωτικό και ακαταμάχητο μπάσο του, έβαλε την κίνηση που έκανε το υλικό να αναπνέει διαφορετικά. Οι τρομπέτες του Σωτήρη Πέπελα και του Πέτρου Κασιμάτη άνοιξαν τον ήχο, του έδωσαν χρώμα και έναν αέρα ταξιδιού. Το ακορντεόν του Dasho Kurti πρόσθεσε μια νοσταλγία σχεδόν κινηματογραφική, τα υπέροχα βιολιά του Μπάμπη Παρίτση έφεραν μια συγκίνηση που δύσκολα περιγράφεται με λόγια και φυσικά ο Αργύρης Βασιλείου στην κλασική κιθάρα (big house), η Δάφνη Σβανιά, η Βάσω Μιχαηλίδου και όλα τα υπόλοιπα παιδιά που έπαιξαν συνέβαλαν στις τελικές γραμμές. Τέλος, ο αγαπημένος μου συνεργάτης Γιάννης Χριστοδουλάτος με τη μίξη, το mastering του και με σεβασμό στο όραμα, κατάφερε να ενώσει όλες αυτές τις διαφορετικές φωνές και χρώματα σε ενιαίο αποτέλεσμα.

-Αφιερώσατε τον δίσκο στον γιο σας και σε όλα τα «παιδιά-μαχητές». Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να φτάσει σε όσους ακούσουν τον δίσκο – ανεξαρτήτως ηλικίας ή εμπειρίας;

Θα ήθελα το μήνυμα αυτού του δίσκου να φτάσει σε κάθε ακροατή – παιδί ή ενήλικα. Γιατί όλοι μας δίνουμε μια εσωτερική μάχη. Αφιέρωσα τον δίσκο στον γιο μου και σε όλα τα «παιδιά-μαχητές» γιατί πιστεύω βαθιά ότι κάθε παιδί γεννιέται με μια εξαιρετική δύναμη μέσα του -κάτι που συχνά ξεχνάμε μεγαλώνοντας. Στην ουσία αυτό είναι και το μήνυμα του δίσκου: είτε είσαι παιδί που μεγαλώνει ή ενήλικας που προσπαθεί να ξαναβρεί τον δρόμο του, είτε είσαι μια μουσική που προσπαθεί να γεννηθεί, έχεις δικαίωμα στη δική σου διαδρομή.