ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Microsoft ανακοίνωσε προχθές 4.800 απολύσεις επικαλούμενη την ανάγκη εξοικονόμησης πόρων για τη χρηματοδότηση της επέκτασής της στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι απολύσεις -κυρίως στο τμήμα παιχνιδιών Xbox- αντιστοιχούν σχεδόν στο 2% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού της εταιρείας και αυξάνουν τον αριθμό των υπαλλήλων που έχουν εκδιωχθεί από το 2025 πάνω από τους 20.000, ενώ χιλιάδες ακόμη έφυγαν την άνοιξη που πέρασε με εθελουσία έξοδο.

Οι μαζικές απολύσεις παρουσιάστηκαν από τη διοίκηση της Microsoft ως «μείωση κόστους», παρότι την ίδια στιγμή οι δαπάνες για επαναγορές μετοχών ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια και η εταιρεία παραμένει μια από τις μεγαλύτερες και υγιέστερες του κόσμου. Με κεφαλαιοποίηση μεγαλύτερη των 2,8 τρισ. δολαρίων είναι η 4η μεγαλύτερη εταιρεία του πλανήτη και μια από τις πιο κερδισμένες από τις γενναίες φοροελαφρύνσεις που πέρασε ο Ντόναλντ Τραμπ το 2017 και το 2025.

Μόνο από τον φορολογικό νόμο του 2017, ο οποίος μείωσε τον συντελεστή του εταιρικού φόρου από 35% σε 21%, ο κολοσσός εξοικονομούσε 16,5 δισ. δολάρια ετησίως.

Η άλλη μεγάλη φορολογική παρέμβαση του Τραμπ, το «Μεγάλο Ομορφο Νομοσχέδιο» που ψηφίστηκε πέρυσι τον Ιούλιο, αναδιατύπωσε τους κανόνες προς όφελος των εταιρειών που επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη, επιτρέποντάς τους να εκπίπτει το κόστος των κέντρων δεδομένων και άλλου εξοπλισμού εκ των προτέρων αντί να κατανέμουν τις εκπτώσεις με την πάροδο του χρόνου, ενώ εισήγαγε νέες εκπτώσεις για τα έξοδα έρευνας και ανάπτυξης. Για τη Microsoft, η οποία δεσμεύτηκε πέρυσι να επενδύσει περίπου 80 δισ. δολάρια παγκοσμίως σε κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, αυτό μεταφράζεται σε βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση ομοσπονδιακών φόρων ύψους έως και 16,8 δισ. δολαρίων.

Τα κέρδη από τις φοροελαφρύνσεις έφεραν επιπλέον απροσδόκητα κέρδη για τους μετόχους της Microsoft, καθώς η εταιρεία επέλεξε να σπαταλήσει μεγάλο μέρος αυτών σε επαναγορές.

Από το 2018 έως το 2025, η Microsoft επέστρεψε στους μετόχους της με επαναγορές περίπου 139,5 δισ. δολάρια, ενώ στους πρώτους εννέα μήνες του οικονομικού έτους 2026 -τους πρώτους από τότε που τέθηκαν σε ισχύ οι νέες φορολογικές ελαφρύνσεις- η εταιρεία αγόρασε μετοχές αξίας ακόμη 13,3 δισ. δολαρίων.

Η Microsoft δεν είναι η μοναδική εταιρεία που επέλεξε να μοιράσει τα δισεκατομμύρια που κέρδισε από τις φοροελαφρύνσεις του Τραμπ στους μετόχους της με επαναγορές μετοχών αντί να επενδύσει ή να αυξήσει τους μισθούς όπως είχε υποσχεθεί ο Αμερικανός πρόεδρος.

Η Americans for Tax Fairness (ATF) αποκάλυψε με πρόσφατη ανάλυσή της ότι στην οκταετία από την ψήφιση του φορολογικού νόμου του 2017 εκατό από τις μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ ξόδεψαν συνολικά 4,8 τρισεκατομμύρια δολάρια για επαναγορές μετοχών. Δέκα μόνον εταιρείες -Apple, Alphabet, Microsoft, Meta, Bank of America, JPMorgan Chase, Wells Fargo, Oracle, Nvidia και Visa- αγόρασαν αυτήν την περίοδο μετοχές τους συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 2 τρισ. δολαρίων. Οι επαναγορές μετοχών φουσκώνουν τεχνητά την τιμή τους και έως το 1982 απαγορεύονταν στις ΗΠΑ καθώς θεωρούνταν μια μορφή χειραγώγησης της αγοράς.

Πέρυσι ωστόσο ξεπέρασαν για πρώτη φορά σε αξία το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Οι μεγαλομέτοχοι τις προτιμούν από τα εταιρικά μερίσματα, καθώς η πρόσθετη αξία που δημιουργούν στις μετοχές τους δεν φορολογείται αν αυτές δεν πουληθούν. Οι επαναγορές μετοχών έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας τα τελευταία χρόνια καθιστώντας τους ήδη πλούσιους μετόχους και ανώτερα στελέχη των εταιρειών ακόμη πλουσιότερους. Και ειδικά στις ΗΠΑ όπου το πλουσιότερο 5% των νοικοκυριών κατέχει σήμερα πάνω από το 70% του συνόλου των μετοχών.

Απέναντι στο πρόβλημα, μια ομάδα Δημοκρατικών γερουσιαστών με επικεφαλής την Ελίζαμπεθ Γουόρεν κατέθεσε τον προηγούμενο μήνα νόμο για την αύξηση του φόρου στις αμερικανικές εταιρείες που προβαίνουν σε επαναγορά των μετοχών τους. Ο νόμος προτείνει την αύξηση του φόρου επαναγοράς μετοχών που καταβάλλουν οι εισηγμένες εταιρείες από το 1% στο 4%. Οι εισηγητές του νόμου εκτιμούν ότι η αύξηση αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτρέψει κάποιες εταιρείες από τις επαναγορές και να αποφέρει σε βάθος δεκαετίας έσοδα 240 δισ. δολαρίων.