Ο πόλεμος στο Ιράκ δημιούργησε τη μεγαλύτερη ενεργειακή αναστάτωση στην Ιστορία. Στο χειρότερο σημείο της οι απώλειες στην παγκόσμια προσφορά αργού πετρελαίου, άγγιξαν τα 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Οι ανησυχίες ωστόσο ότι Ασία και Ευρώπη θα ξεμείνουν από βενζίνη και ντίζελ δεν επαληθεύτηκαν ποτέ, ενώ οι τιμές, αφού έπιασαν ταβάνι -στα 126 δολάρια το μπρεντ- τον Απρίλιο, υποχωρούν πλέον στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.
Καθώς τα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν ταχύτερα του αναμενομένου και τα τάνκερ διέρχονται γεμάτα με τους προ του πολέμου ρυθμούς, κάποιοι επενδυτικοί όμιλοι προειδοποιούν για το ενδεχόμενο η αγορά πετρελαίου να περάσει σύντομα στο αντίθετο άκρο, δηλαδή από την έλλειψη του πολέμου στην υπερπροσφορά. Η αμερικανική Morgan Stanley προειδοποίησε σχετικά για τον κίνδυνο υπερπροσφοράς μειώνοντας για δεύτερη φορά σε δύο εβδομάδες τις προβλέψεις για τις τιμές, ενώ ανάλογο καμπανάκι χτύπησε και η JP Morgan μιλώντας για προσωρινή υπερπροσφορά, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «το πετρέλαιο που είχε παγιδευτεί στον Περσικό εξαιτίας του πολέμου επανέρχεται σε μια αγορά που πέρασε μήνες μαθαίνοντας πώς να λειτουργεί χωρίς αυτό».
Το ενδεχόμενο μιας πετρελαϊκής πλημμύρας όπως αυτή που εικάζεται από τους παραπάνω θα καθοριστεί πιθανότατα από:
1 Τον ρυθμό αύξησης των εξαγωγών από τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του Κόλπου.
2 Τη ζήτηση και τον ρυθμό αναπλήρωσης των αποθεμάτων των καταναλωτριών χωρών.
3 την πορεία των διαπραγματεύσεων ειρήνευσης.
Κάποια μέλη του ΟΠΕΚ -δηλαδή το Ιράν, το Ιράκ και το Κουβέιτ που αναγκάστηκαν να περιορίσουν την παραγωγή τους εξαιτίας του πολέμου- διεκδικούν σήμερα μεγαλύτερες ποσοστώσεις για τις εξαγωγές τους προκειμένου να καλύψουν τις ζημιές. Οι ποσοστώσεις στην παραγωγή αποτέλεσαν σημείο τριβής μεταξύ των μελών του ΟΠΕΚ αρκετές φορές στο παρελθόν οδηγώντας τον περασμένο Απρίλιο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένα από τα πιο σημαντικά μέλη του καρτέλ, σε έξοδο.
Το Ιράκ που είδε την παραγωγή του να μειώνεται κατά 75% -από τα 4,5 στο 1 εκατ. βαρέλια- λόγω του πολέμου ίσως ακολουθήσει. Ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου του ΟΠΕΚ ζητά άδεια να παράγει 5 εκατ. βαρέλια με μακροπρόθεσμο στόχο τα 7 εκατ. βαρέλια. Η απόφαση για μια τέτοια αύξηση θα κριθεί ωστόσο από τη Σαουδική Αραβία, μακράν το μεγαλύτερο σε μέγεθος παραγωγής και επιρροής μέλος του ΟΠΕΚ. Σε αντίθεση με το Ιράκ και το Κουβέιτ η Σαουδική Αραβία δεν χρειάζεται μια υπερβολική αύξηση της παραγωγής. Κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να διατηρήσει τις πετρελαϊκές της δραστηριότητες σε λειτουργία παρακάμπτοντας τα Στενά με αγωγούς που μετέφεραν το πετρέλαιο στο Γιανμπού, στην άλλη πλευρά της χώρας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Σε αντίθεση με Ιράκ και Κουβέιτ η παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας μειώθηκε λιγότερο από 40%. Το Ριάντ δεν έχει έτσι κίνητρο αύξησης στην παραγωγή, Το συμφέρει το ακριβώς το αντίθετο, αύξηση παραγωγής παράλληλα με την ανάκαμψη της ζήτησης και διατήρηση των τιμών υψηλά. Η διαφορά αυτή θέτει σύμφωνα με κάποιους παρατηρητές τον ΟΠΕΚ αντιμέτωπο με μια κρίσιμη επιλογή: ή να διατηρήσει την ομάδα ενωμένη επιτρέποντας αυξήσεις στην παραγωγή των χαμένων μελών του προκαλώντας πετρελαϊκή πλημμύρα και πτώση των τιμών (ακόμη και στα 40 δολάρια σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις) ή να αυξήσει τα κέρδη διακινδυνεύοντας τη διάλυσή του μετά από περίπου 70 χρόνια ζωής.
Η κρίσιμη απόφαση καλείται να ληφθεί, ενώ η παγκόσμια ζήτηση δεν έχει ανακάμψει και ίσως να μην επιστρέψει ποτέ στο σημείο που ήταν πριν από τον πόλεμο – ιδιαίτερα σε Κίνα και Ευρώπη. Οι εισαγωγές της Κίνας, μεγαλύτερης καταναλώτριας χώρας στον κόσμο, παραμένουν σήμερα δραματικά χαμηλότερες. Το Πεκίνο κάλυψε τη μείωση των εισαγωγών της από τη Μέση Ανατολή αξιοποιώντας τα τεράστια αποθέματά της και εισάγοντας πετρέλαιο από Ρωσία, Καζακστάν, Βραζιλία, Ινδονησία και Βενεζουέλα.
Η μεταστροφή αυτή βοήθησε στην εξισορρόπηση των αγορών εμποδίζοντας ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών. Ο χρόνος και ο βαθμός αναπλήρωσης αυτών των αποθεμάτων ίσως αποβεί σύμφωνα με κάποιους αναλυτές καθοριστικός και αυτή τη φορά.
