ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καλοκαιράκι στην Αθήνα. Βγαίνεις το πρωί από το σπίτι άνθρωπος και επιστρέφεις το βράδυ σαν πατημένη τσίχλα.

Φοράς παπούτσια, ξεκλειδώνεις την πόρτα, λες «πάω για δουλειά» και από εκείνη τη στιγμή η πόλη σε τραβάει στην αγκαλιά της λες και είσαι μάλλινο πουλόβερ σε παλιό πλυντήριο. Σε επιστρέφει ίδιο μεν, απλά λιγάκι μικρότερο, γαριασμένο και ξεφτισμένο δε.

Στο πρώτο φανάρι κρατάς την αξιοπρέπειά σου. Στο τρίτο αρχίζεις να ιδρώνεις. Στο πέμπτο αρχίζεις και βρίζεις από μέσα σου τους άλλους. Στο έβδομο, ίσως, καταλαβαίνεις πως όλοι αυτοί είσαι εσύ, απλώς σε άλλες εκδοχές σου.

Ο κύριος στο αμάξι αριστερά που μιλάει στο κινητό μέσω Bluetooth και μοιάζει σαν να μονολογεί για τη ζωή που του έλαχε. Η κοπέλα στο μηχανάκι που έχει ακουμπήσει το κράνος στον καθρέφτη γιατί η ζέστη τής έχει κάνει τα μαλλιά και τα μυαλά τζίβες. Ο ταξιτζής που ξέρει απ’ έξω το γεωπολιτικό μας παρελθόν και μέλλον αλλά μπερδεύει την πλατεία Καρύτση με την Καπνικαρέα.

Κάπου εκεί δικαιώνονται ο Ελύτης παρέα με τον Σαρτρ: «Οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων» ή αλλιώς «Η κόλαση είναι οι άλλοι», μέχρι να προσέξεις καλύτερα και δεις τη φάτσα σου στο τζάμι του λεωφορείου. Τα ίδια μάτια. Η ίδια βιασύνη. Η ίδια λεπτή αγενής έκφραση που τη βαφτίζεις άμυνα για να κοιμηθείς ήσυχα το βράδυ.

Η Αθήνα έχει έναν τρόπο να σου κλέβει τον χρόνο χωρίς να αφήνει αποτυπώματα. Σου παίρνει δέκα λεπτά εδώ, σαράντα εκεί, μία ώρα στην Κηφισίας, μισή ζωή στην άνοδο της Συγγρού κι άλλη μισή επί της Πειραιώς.

Κι όμως, αυτή η πόλη κάποτε πρέπει να αιφνιδιάστηκε στα σοβαρά από τον εαυτό της. Την έβαλαν να γίνει πρωτεύουσα ενώ είχε αράξει για χρόνια και χαιρόταν τα περασμένα της μεγαλεία, σαν σκονισμένη ανάμνηση κάτω από τον αττικό ήλιο, χωρίς έγνοιες και βάσανα. Και ξαφνικά, της φόρτωσαν υπουργεία, λεωφόρους, πολυκατοικίες, μπαλκόνια που χτίστηκαν κι αυτά για να χωρέσει ακόμη ένα δωμάτιο, δρόμους που σχεδιάστηκαν σαν να μην επρόκειτο να τους περπατήσει κανείς. Κι ήρθαμε τώρα εμείς και της ζητάμε να λειτουργήσει σαν ελβετικό ρολόι, ενώ εκείνη μοιάζει περισσότερο με εκείνο το παλιό ξυπνητήρι που χτυπάει όποτε του κατέβει μέσα στο κομοδίνο.

Κι είναι κι αυτές οι καλοκαιρινές μπόρες… Καθόλου δεν τις συμπαθεί αυτή η πόλη. Γίνονται ποτάμια οι δρόμοι, σαν να ζητούν εκδίκηση για τα κανονικά ποτάμια, τα μπαζωμένα προ πολλού.

Βουλώνουν τα φρεάτια, φωνάζουμε και καλά κάνουμε. Μας δίνεται έτσι και μια πρώτης τάξεως αφορμή να διαμαρτυρηθούμε και για τα μέσα μας, τα χρόνια βουλωμένα από υπομονή. Κάποτε, αν μας ρωτήσουν πού χάθηκε ο χρόνος μας, φοβάμαι πως θα απαντήσουμε με ονόματα δρόμων: Μεσογείων, Βασιλίσσης Σοφίας, Αλεξάνδρας.

Ή μπορούμε να πούμε απλώς: «Ηταν πράσινο, αλλά κανείς δεν κουνιόταν». Μόνο οι δείκτες στα ρολόγια.

*Πολιτική επιστήμονας – τραγουδοποιός