ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λίγο πριν σιγήσει για τρία χρόνια, σύμφωνα τουλάχιστον με τον σημερινό σχεδιασμό, προλαβαίνουμε να απευθύνουμε στο Ηρώδειο, -την κορωνίδα για δεκαετίες του Φεστιβάλ Αθηνών-, έναν προσωρινό αποχαιρετισμό. Και μας δίνει καλή αφορμή γι’ αυτόν η πολύ ενδιαφέρουσα «Εκάβη», που φιλοξενήθηκε στη σκηνή του, στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού.

Κατάμεστο ασφαλώς το Ωδείο από θεατές που ήθελαν μαζί με όλους εμάς να προλάβουν να το αντικρίσουν κατάφωτο στην κλίνη της Ακρόπολης πριν από τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης. Μα ας το πούμε καθαρά: μπορεί σαν χώρος αφιερωμένος πρωτίστως στη μουσική να μην υπήρξε ο ιδανικός τόπος για θεατρικές παραστάσεις -παρότι τις φιλοξένησε αμέτρητες φορές, χάρη στη μνημειακή του αίγλη αλλά και στη γενναιόδωρη χωρητικότητά του-, ωστόσο για τους περισσότερους θεατρόφιλους το Ηρώδειο θα παραμείνει για πάντα συνδεδεμένο με τα αμέτρητα καλοκαιρινά βράδια της πρώτης και της δεύτερης νιότης τους. Είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο χώρος δεν λειτουργεί απλώς σαν δοχείο υποδοχής της θεατρικής πράξης, αλλά ως φορέας μιας σχεδόν μυστικής σχέσης ανάμεσα στο θέατρο και το κοινό του. Και είναι ίσως ένα από τα ωραιότερα επιτεύγματα της νεότερης Ελλάδας ότι αντί να περιχαρακώσει μνημεία σαν αυτό, τα κατοίκησε, τα ενέταξε στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή και επέτρεψε σε γενιές θεατών να συγχρονίσουν τις μνήμες τους με τον δικό τους αρχαίο παλμό.

Η ίδια η παράσταση του Λιβαθινού βέβαια δεν περιορίστηκε σε μια ακόμη σκηνική μεταφορά της γνωστής τραγωδίας του Ευριπίδη. Επιχείρησε κάτι πολύ πιο τολμηρό, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε σκηνικό επίπεδο: τη συνομιλία της «Εκάβης» με την αρκετά μεταγενέστερη αλλά φιλοσοφικά σχεδόν αντιθετική «Πολιτεία» του Πλάτωνα, -στην εξαιρετική μετάφραση και σύνθεση της Ελσας Ανδριανού και την επεξεργασία του ίδιου του σκηνοθέτη. Αποδείχθηκε μάλιστα μια ευτυχής συγκυρία το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα και σε τόσο μικρή χρονική απόσταση συναντηθήκαμε δύο φορές με τον πλατωνικό λόγο: Πρώτα, με τη «Ζ’ Επιστολή» και την «Απολογία» στην παράσταση του Αλέξανδρου Μιστριώτη, και τώρα την «Πολιτεία».

Μα ίσως η σύμπτωση να μην είναι εντελώς τυχαία. Στο βάθος τους οι δύο αυτές σκηνικές προσεγγίσεις πιθανόν ακολουθούν την ίδια ανάγκη: ζητούν να καλέσουν το φάσμα του φιλόσοφου σε μια εποχή που δοκιμάζεται από τη βία, την πολιτική αστάθεια και την ηθική σύγχυση. Στην «Επιστολή» είναι η ίδια η σύγχρονη πραγματικότητα που καλεί τον φιλόσοφο επί σκηνής. Και στην «Εκάβη» πάλι, η κατάρρευση μιας πόλης και μιας γυναίκας γίνονται τα σύμβολα της κατάρρευσης των ίδιων των πολιτειακών αξιών. Από την Τροία του μύθου μέχρι την Αθήνα του Πελοποννησιακού ο πλατωνικός λόγος προβάλλει σαν η επίμονη αναζήτηση της λογικής τάξης απέναντι στην αποδιάρθρωση του κόσμου· σαν το νήμα που ίσως μπορεί να οδηγήσει έξω από τον λαβύρινθο της Ιστορίας, αλλά και το δίχτυ εκείνο που θα συγκρατήσει τον άνθρωπο από την πλήρη ηθική του πτώση.

Από την «Πολιτεία» αξιοποιείται βέβαια ιδιαιτέρως η περίφημη αλληγορία του Σπηλαίου, καθώς υπαινίσσεται την αδυναμία του ανθρώπου να εγκαταλείψει τον κόσμο των Σκιών και να διδαχθεί από τα ίδια του τα πάθη. Δεν επιχειρεί όμως κάτι ανάλογο και ο Ευριπίδης στην «Εκάβη»; Αναπλάθοντας τον μύθο της άλωσης της Τροίας από την πλευρά των ηττημένων, των αδικημένων και κολασμένων της Ιστορίας, δεν επιδιώκει άραγε να φωτίσει εκείνη την όψη της αλήθειας που ο λόγος των νικητών αφήνει συνήθως στο σκοτάδι; Και, μήπως, οδηγώντας τη βασίλισσα με τη μυθική γονιμότητα στα έσχατα όρια της ανθρώπινης οδύνης, ύστερα από έναν πόλεμο που της αφαίρεσε παιδιά, πατρίδα, εξουσία και κάθε προοπτική συνέχειας, δεν μας καλεί να αντικρίσουμε διαφορετικά το ίδιο μας το είδωλο; Να αναγνωρίσουμε ότι η πηγή του κακού δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον άνθρωπο αλλά στους μηχανισμούς της εξουσίας, οι οποίοι γεννούν, τρέφουν και τελικά επιβραβεύουν τα τέρατα.

Η πλατωνική παραβολή μιλά για τον άνθρωπο που κατορθώνει να εξέλθει από το Σπήλαιο και να αντικρίσει το φως. Τι είναι όμως εκείνο που τον ωθεί να εγκαταλείψει τις σκιές; Ο Πλάτων θα απαντούσε: Η φιλοσοφία. Ο Ευριπίδης θα αντιπρότεινε ίσως κάτι διαφορετικό. Το θέατρο. Γιατί μόνο όταν ο θεατής αισθανθεί πως μέσα στο Σπήλαιο δεν υπάρχει πια οξυγόνο θα θελήσει πραγματικά να αναζητήσει την έξοδο προς το φως.

«Εκάβη»: Ο καλύτερος επίλογος στο Ηρώδειο
Στιγμιότυπο απο την παρασταση ΕΚΑΒΗ-Στη σκιά της Πολιτείας | Vasia Anagnostopoulou

Το άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο της παράστασης αφορά την αισθητική της. Κι αυτή συνιστά ένα εξίσου τολμηρό στοίχημα. Η «Εκάβη» του Λιβαθινού υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της θεατρικής αλληγορίας, αξιοποιώντας τις ανέκφραστες μάσκες και την έντονα εκφραστική κινησιολογία –καρπό της διδασκαλίας του Camilo Betancor–, μιας σκηνικής γλώσσας που παραπέμπει στις μεγάλες παραδόσεις του θεάτρου της εξωστρεφούς σωματικότητας (κατ’ ουσίαν του μεγάλου λαϊκού θεάτρου), σχεδιασμένης να επικοινωνεί με πολυάριθμο κοινό και τις αναπόφευκτες αποστάσεις που νομοθετεί το ίδιο το Ωδείο.

Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται η χαροκαμένη βασίλισσα, περιστοιχισμένη από έναν πενταμελή Χορό που λειτουργεί σαν πολυπλόκαμη προέκταση της συλλογικής γυναικείας μορφής του πένθους, της εγκατάλειψης και εξορίας. Οσο όμως η «Εκάβη» εγκαταλείπει τη θέση του θύματος για να γίνει φορέας εκδίκησης, άλλο τόσο μεταβάλλεται και ο ίδιος ο Χορός, από συμμέτοχος στον θρήνο σε συνεργό της τιμωρίας, μεταφέροντας στη σκηνή τη σκοτεινή μετάβαση από το πένθος στη βία. Η επίμονη διδασκαλία του Λιβαθινού κατόρθωσε να μετατρέψει τα μέλη του (Αννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη και Βιργινία Ταμπαροπούλου) σε ένα αδιάσπαστο πολυφωνικό θεατρικό σώμα, στο οποίο η ατομική παρουσία υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της συλλογικής έκφρασης. Κάπως περισσότερο διακριτά, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου χαρίζει στη δική της «Πολυξένη» την αιφνίδια ριπή της αληθινής υπέρβασης της ανθρώπινης έκπτωσης, παρακινούμενη ίσως από ένα έμφυτο ηθικό μεγαλείο, ίσως απλώς από αβάσταχτη αηδία απέναντι στον κόσμο που την περιβάλλει.

Στο κέντρο βρίσκεται φυσικά η αρραγής «Εκάβη» της Μαρίας Σαββίδου, μια γυναίκα που, καθώς η πολιτειακή δικαιοσύνη έχει πλέον πλήρως εκλείψει, οδηγείται στην αμφιλεγόμενη αλλά λυτρωτική οδό της προσωπικής εκδίκησης. Στο τέλος γίνεται κατά παράδοξο τρόπο η ίδια το ζωντανό αντεστραμμένο είδωλο της πλατωνικής παραβολής. Δεν είναι ασφαλώς εκείνη που θα κατορθώσει να εξέλθει από το Σπήλαιο και να αντικρίσει το φως· είναι όμως αυτή που γνώρισε το σκοτάδι του μέχρι τέλους και αναγκάστηκε να πληρώσει το τίμημά του.

Λίγο πιο πίσω, γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι συμβουλίου, βρίσκονται οι άνδρες της εξουσίας: απόμακροι αυτουργοί ή ψυχροί αγγελιοφόροι της δυστυχίας. Ο «Οδυσσέας» του Γιώργου Δάμπαση, ο «Ταλθύβιος» του Νίκου Καρδώνη, ο «Αγαμέμνων» του Αρη Τρουπάκη και, βέβαια, ο «Πολυμήστορας» του Νέστορα Κοψιδά. Στα δικά τους πρόσωπα η μάσκα αποκτά διαφορετική λειτουργία: αντί να αποκρύπτει το πρόσωπο του ηθοποιού, υποδηλώνει πως πίσω από τη γλώσσα της εξουσίας το ανθρώπινο πρόσωπο έχει ήδη εκλείψει. Οι άνθρωποί της έχουν μεταβληθεί σε φορείς ενός απρόσωπου μηχανισμού βίας που ενεργεί χωρίς να λογοδοτεί στη συνείδηση. Μοναδική εξαίρεση ο αδικοχαμένος «Πολύδωρος» του Αντώνη Γιαννακού, το αθώο θύμα μιας αδικίας από την οποία δεν υπήρχε καμία δυνατότητα διαφυγής.

Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου χαρτογραφούν με ακρίβεια τις δύο αντίρροπες όψεις του κόσμου της παράστασης, από την έκπτωτη και πενθούσα θηλυκότητα μέχρι την ψυχρή, τοξική αρρενωπότητα της εξουσίας. Στο ίδιο υψηλό επίπεδο κινείται και η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, διακριτική και καίρια, συνοδεύοντας τη δράση χωρίς να την υπαγορεύει και προσδίδοντας στην παράσταση τη σταθερή αίσθηση της εσωτερικής απειλής.
Ισως τελικά να μην μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερο έργο για να χαμηλώσουν προσωρινά τα φώτα του Ηρωδείου. Μια τραγωδία μιλά για το τέλος μιας εποχής. Μιλά για την ανθεκτικότητα της Αλήθειας απέναντι στις σκιές και τον χρόνο.