ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πόσες πύλες έχει η Εκατονταπυλιανή; Ε τόσα γ@@@σταυρίδια έριξα, με το που έφτασα όμως. Μα με το που έφτασα! Δεν πρόλαβα να πατήσω το πόδι μου, από το πλοίο στην αποβάθρα μιλάμε. Γιατί, βλέπεις, δεν μου έφταναν οι ταλιμπανέζοι στο δικό μας πλοίο, την ίδια στιγμή είχαν σκάσει –ταυτόχρονα!– και δύο πλοία ακόμα. Και διαχύθηκαν σαν ξεπλυμένα ζόμπι (είναι ο μόνος χαρακτηρισμός που μπορεί να χαρακτηρίσει το αχαρακτήριστο λεφούσι που αντίκρισα) εκατοντάδες! Μιλάμε για έναν διεθνή στρατό από βαλίτσες με ροδάκια, ψάθινα καπέλα, αθλητικά σαν διαστημόπλοια, έφηβους με παντόφλες, και κορίτσια που έχουν ντυθεί «ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη» ήδη, παρόλο που ήταν 11 το πρωί.

Οσο για μένα… άυπνη εντελώς, καθώς δούλευα όλο το βράδυ και είχα να πάρω το πρώτο μετρό των 5 το πρωί (που όμως ξεκινάει 5.20 – γιατί;) ώστε να είμαι στο λιμάνι στις 6, ώστε να φύγω στις 6.45, με μία κυρία στον συρμό να μιλάει στη διπλανή της και απέναντί μου άλλη κυρία συνεχώς (συνεχώς όμως!), λέγοντας πως της είπε η ξαδέρφη της, που είναι πολύ έξυπνη αυτή η συγκεκριμένη ξαδέρφη της, το καμάρι της οικογένειας ένα πράμα, να βάζει 2 ευρώ στην άκρη κάθε μέρα, για να μπορέσει να πάει διακοπές. Και, άκου τώρα πράματα, έπιασε! Και δίευρο το δίευρο, θα πάει φέτος. Και η άλλη, η απέναντί μου, να της απαντάει πως βγήκε στη σύνταξη και επιτέλους θα τη χαρεί τη ζωούλα της, γιατί μια ζωή την έχουμε και το ’χει αποφασισμένο να την ταξιδέψει πλέον την πέτσα της, μαζί με τον άντρα της. Και λέγαν λέγαν λέγαν και ο εν λόγω άντρας ήταν πιο δίπλα, ακίνητος, αμίλητος, σχεδόν νεκρός και τον ζήλευα, αχ πώς τον ζήλευα, που είχε βρει τον τρόπο να αντιμετωπίζει την ακατάσχετη αυτή μπουρδολογία και την ίδια στιγμή κοιτούσα έναν Αιγύπτιο μετανάστη, που αξημέρωτα πήγαινε σε κάποια ρημαδοδουλειά, και ένιωθα πως πολύ με ένιωθε αυτός ο μετανάστης και με τα πολλά φτάσαμε στο λιμάνι και τις ξεφορτώθηκα…

…για να φορτωθώ όλο το τουριστικό θάμα της χώρας. Διότι η Ελλάς πανηγυρίζει: ήρθαν οι βάρβαροι! Οι μέσα και οι έξω. Πού βρήκαν τόση χαρά όλοι τους, μου λες; Και καλά οι ξένοι – αυτοί έχουν ήδη κάνει προέλαση: μέχρι και τα καμπαναριά έχουν γίνει Airbnb για να τους χωρέσουν. Αλλά οι δικοί μας; Αλλού μένουν; Τους έχει χτυπήσει ο καύσωνας και ο Κυρανάκης στην κεφάλα και δεν, πλέον; Νάδα; Το μηδέν; Καμία σκέψη; Με ποιο χαμόγελο σκάνε στο νησί, όπου ο ντόπιος έχει γίνει κομπάρσος σε εμπειρία αυθεντικότητας και η γιαγιά με τη μαύρη ρόμπα περνάει ανάμεσα από τα τραπεζάκια, ρωτώντας αν δικαιούται κι εκείνη να υπάρξει στο πλάνο ή χαλάει το brand identity;

Διότι το target group είναι ο 17χρονος Βερολινέζος με βερμούδα, σαγιονάρα και αυτοπεποίθηση κληρονόμου. Που τρώει γύρο σαν ν’ ανακάλυψε αρχαιολογικό εύρημα και πληρώνει 11 ευρώ την Κόκα-Κόλα δίχως ν’ ανοιγοκλείσει βλέφαρο (ναι, τόσο έκανε η ρημάδα). Γιατί γι’ αυτόν είναι «so cute». Για σένα, πάλι, είναι λογαριασμός ΔΕΗ σε αλουμινένιο κουτάκι. Γιατί αυτό είναι το σλόγκαν του φετινού καλοκαιριού και μην ακούσω κιχ: μια Κόκα-Κόλα, δύο παντόφλες και μια χώρα εκτός σεζλόνγκ.