ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζωγραφιά σημαδιακή στους μετωπιαίους κόλπους, στάμπα ανεξίτηλη στο δοξαπατρί έχω, καταπώς φαίνεται, και τραβάω σαν μαγνήτης νεοδυμίου τους πιο απίθανους και προβληματικούς τύπους. Γλυκανάλατους που δίχως προφανή ή αδιόρατη αιτία μπορούν με μία κουβέντα να διαλύσουν την ευθυμία ολόκληρης συντροφιάς, να σμπαραλιάσουν το νευρικό σύστημα εκατονταρχίας ακμαιοτάτου ηθικού, να προκαλέσουν πάνδημη πανωλεθρία. Οχι σε ένα, αλλά πάνω σε δυο τέτοια καϊνάρια έπεσα προχθές και βλαστημάω ακόμη την ώρα. Ασε που όντας ζευγάρι η κακή τους συνέργεια είχε πολλαπλασιαστική ισχύ.

Ανατρέχω, μπας και παρηγορηθώ, στον Ιταλό μετρ Κάρλο Μ. Τσίπολα, τον οικονομολόγο-φιλόσοφο που εκτόξευσε στη σφαίρα της επιστήμης την έρευνα για την ανθρώπινη ηλιθιότητα: «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ηρεμίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου ατόμου που μας τυχαίνει στις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει ή δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει το ίδιο το παραμικρό όφελος. […] Κανείς δεν ξέρει, καταλαβαίνει ή μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτό το παράλογο πλάσμα κάνει όσα κάνει. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εξήγηση – ή μάλλον υπάρχει μία και μοναδική: το εν λόγω άτομο είναι ηλίθιος».

Βλάκας, βλήμα, ζαβός, κουτεντές, ανεμοκέφαλος, κόπανος, ανόητος, κρετίνος, χαζοχαρούμενος, όπως κι αν τον πεις, το αποτέλεσμα παραμένει εξίσου ολέθριο. Τα νεότερα ελληνικά συνοψίζουν, ως διά μαγείας, άπαντες τους ως άνω χαρακτηρισμούς και μερικούς ακόμα στην πιο κοινή και διεθνώς γνωστή τους λέξη, που, εν προκειμένω, δέον όπως εκφέρεται συλλαβιστά: μ@-λ@-κ@ς.

Ο Λέανδρος κι η Ντορίτα συστήθηκαν ως απόμαχοι εκπαιδευτικοί· μαθηματικός και γαλλικού, αντιστοίχως. Είχαν στρογγυλοκαθίσει στο μεσαίο τραπέζι με γυρισμένη την πλάτη στην τηλεόραση, λες κι επεδίωκαν να αποσπάσουν από την οθόνη την προσοχή της ομήγυρης, που ακροβολισμένη αμφιτέρωθεν περίμενε με αδημονία ν’ αρχίσει το ματς Σενεγάλη – Βέλγιο. Στο χωριό μου, τ’ Απεράθου της Νάξου, όπου παρεπιδημώ, κυκλοφορεί προσώρας ευάριθμος κόσμος τα βράδια. Τα λιγοστά «άνθη του κακού» μαζευόμαστε στο «Αερικό», όπου, σε πείσμα του ονόματός του, η Ειρήνη κι ο Μανώλης, οι μαγαζάτορες, δημιουργούν ανυπόκριτη ζεστασιά.

Σχολιάζουμε κουτσοπίνοντας τα χάλια μας, βλέπουμε Μουντιάλ, αλληλοπειραζόμαστε, γελάμε κι αναχωρούμε τις μικρές ώρες για τα κρεβάτια μας με την ικανοποίηση της συνεύρεσης να ενισχύει την πεποίθηση ότι η ευζωία βρίσκεται στα απλά και ουσιώδη. Τα οποία βάλθηκε να εξολοθρεύσει το ζεύγος των προπετών και αδόλεσχων ξένων, κομπορρημονώντας δι’ εαυτούς και καταταλαιπωρώντας αλλήλους. Προσπαθούσαν δε διαρκώς να ενσταλάξουν στα κούφια κρανία μας τα νοθευμένα και τοξικά αποστάγματα του πολυκύμαντου βίου τους. Μας βομβάρδιζαν ανελέητα με ομοφοβικά, ρατσιστικά, εθνικιστικά και ανιστόρητα κλισέ. Εις μάτην δοκιμάζαμε να αντιδράσουμε. Μιλούσαμε, θαρρείς, σε μπετόν αρμέ. Διαθέτων δυο δράμια νιονιό παραπάνω, ο Κώστας καληνύχτισε ευγενικά πρώτος. Ακολουθήσαμε κακήν κακώς με ελαφρά ένας ένας. Το «Αερικό» εξανεμίστηκε, κλείνοντας παραδόξως νωρίς. Στοιχηματίζω πως οι περί ου ο άλογος λόγος μπέρδεψαν το στενό για το σπίτι. Ξεπίτηδες, για να συνεχίσουν την αγόρευση στα ντουβάρια. Βρήκε ο Φίλιππος…