Υπάρχουν στην πολιτική στιγμές υψηλών τόνων, σκληρής αναμέτρησης, εντάσεων, ακόμα και διχαστικών εκφράσεων. Θυμόμαστε όλοι τον «προδότη» των Πρεσπών. Υπάρχουν όμως και στιγμές σεβασμού. Πένθους. Περίσκεψης. Μπροστά σε μια ανθρώπινη τραγωδία, πρώτα – πρώτα. Όταν μια ζωή, όπως η ζωή της Βασιλικής Νέστορα, χάνεται απροσδόκητα, με ένα τρόπο που δύσκολα μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Επειδή κάποιοι ανεγκέφαλοι εραστές της βίας, κρυμμένοι πίσω από την ανωνυμία της κουκούλας, και πίσω από δήθεν ιδεολογικά φληναφήματα, αποφάσισαν να κάψουν αυτοκίνητα, σπίτια και ανθρώπους. Βαφτίζουν κάποια γυναίκα εχθρό, επειδή είναι σε κόμμα που δεν συμπαθούν, και καίνε ζωντανή τη μητέρα της.
Μια εικόνα φρίκης και ασυγχώρητης εγκληματικής κατάπτωσης που συγκλονίζει. Μια φονική έκρηξη βίας για τη βία, που εύλογα προκάλεσε αντιδράσεις πένθους και συμπαράστασης στην οικογένεια της νεκρής από όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Όλους τους Έλληνες, για να είμαστε ακριβείς, με εξαίρεση ίσως κάποιους ελάχιστους ανόητους αμετανόητους. Που ούτε άκρο, ούτε μέσο, ούτε κοινωνική ή πολιτική δύναμη εκφράζουν, παρά μόνο μια σκοτεινή διάθεση να διασπείρουν στην κοινωνία το σκοτάδι τους. Και το πρώτο που σκέφτεται κανείς εδώ δεν είναι οι αναλύσεις για το είδος της βίας, τα αίτια και τις προεκτάσεις της, αλλά το αυτονόητο: Να συλληφθούν άμεσα και να πληρώσουν όπως πρέπει το έγκλημά τους οι ένοχοι.
Σεβασμό, πένθος, και να φέρει η κυβέρνησή του τους δράστες στη Δικαιοσύνη. Αυτό περιμέναμε από τον πρωθυπουργό. Αυτό θα έκανε κάθε πρωθυπουργός που σέβεται τις διαθέσεις του λαού του, κατανοεί ότι το πένθος δεν είναι επικοινωνιακά διαχειρίσιμο μέγεθος, ο πόνος δεν είναι πολιτικό εμπόρευμα, η τραγωδία δεν είναι ευκαιρία. Δεν έγινε, δυστυχώς, έτσι. Πριν ακόμα η άτυχη γυναίκα οδηγηθεί στην τελευταία κατοικία της, τη συνοδεύουν κραυγές πολιτικής αγριότητας. Ο πρωθυπουργός βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για τα «άκρα», να χαρακτηρίσει υποκριτικό το πένθος των πολιτικών του αντιπάλων, να τους φορτώσει ευθύνες για το έγκλημα. Και να αναθέσει στον Κυρανάκη να διακινεί όσα παραληρηματικά και διχαστικά διακινεί.
Μας δίνει έτσι το δικαίωμα να αναρωτηθούμε ποια είναι τα κίνητρα αυτής της στάσης. Πιστεύει αλήθεια ότι κάποιοι στην αντιπολίτευση υποκινούν τέτοιου είδους εγκληματικές πράξεις; Ότι το πένθος της αντιπολίτευσης είναι υποκριτικό, και μόνο αυτός και η παράταξή του πενθούν ειλικρινά; Είναι τόσο σοκαρισμένος, ώστε να μην ελέγχει λόγω θλίψης τα λόγια του; Ή με ψυχραιμία, ακόμα και ψυχρότητα, είδε την τραγωδία ως πολιτική ευκαιρία; Να ξεφύγει από τον κλοιό των σκανδάλων, να αλλάξει την ατζέντα, να πλήξει τους πιο απειλητικούς για την εξουσία του αντιπάλους; Οργή και πένθος παρακινούν αλήθεια τον ίδιο, τον Κυρανάκη, τον Χατζηδάκη και τους λοιπούς, να επιδίδονται σε έναν πολιτικαντισμό τοξικότητας; Ή προωθούν, με την ευκαιρία ακόμα και μιας ανείπωτης τραγωδίας, ένα κλίμα εμπάθειας, συκοφαντίας και εντέλει διχασμού, που κατά τα άλλα με μεγάλη προθυμία αποδίδουν σε άλλους;
Στην κρίση του καθενός η απάντηση…
