Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών άφησε ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, που έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στο κοινό μέσα από τον εμβληματικό ρόλο του «Ταμτάκου».
Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο γιος του με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής υπηρέτησε το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ωστόσο το όνομά του ταυτίστηκε με τον «Ταμτάκο», έναν αυθόρμητο, σατιρικό και ετοιμόλογο χαρακτήρα που άφησε το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό κοινό.
Ο δημοφιλής ρόλος παρουσιάστηκε αρχικά στη θεατρική σκηνή και στη συνέχεια πέρασε στη μεγάλη οθόνη, με τον Μιχάλη Μόσιο να πρωταγωνιστεί σε σειρά ταινιών. Η χαρακτηριστική του παρουσία, οι ατάκες και το ιδιαίτερο λαϊκό χιούμορ του «Ταμτάκου» τον καθιέρωσαν ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής κινηματογραφικής και βιντεογραφικής παραγωγής των δεκαετιών του 1980 και του 1990.
Η συγκινητική ανάρτηση του γιου του ηθοποιού
Ο γιος του τον αποχαιρέτησε με την παρακάτω ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, γνωστοποιώντας το γεγονός.
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο…όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, την ηθική σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστήκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε.
Τώρα κι εμείς με την σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι ότι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος.
Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γράψει, για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου
Δεν ξέρω πως θα το αντέξω
Άμα σε χάσω μπαμπά
Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω
Μήπως και μπεις ξανά.
Αντίο πατέρα μου».
