ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μικέλα Χαρτουλάρη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το «Κρητικό πιλάφι», το καινούργιο, σύντομο μυθιστόρημα της Ρεθυμνιώτισσας Ελένης Γιαννακάκη είναι ίσως το πιο αιχμηρό, το πιο απελπισμένο, το πιο σκληρό «Κατηγορώ» για τον Βόρειο Οδικό Αξονα Κρήτης, τον ΒΟΑΚ, και τον φόρο του αίματος που πληρώνει η κοινωνία, ενόσω η Πολιτεία περί άλλα τυρβάζει.

Σε κινηματογραφικές ταινίες δράσης, συχνά σχολιάζουμε ότι «δεν χρειαζόταν τόσο “σπλάτερ”». Στο «Κρητικό πιλάφι» συμβαίνει κάτι άλλο. Η αφηγήτρια μας πνίγει στην περιποίηση, στη φροντίδα, στην κατανόηση και στο τέλος μάς δίνει ένα χτύπημα τόσο δυνατό, που δεν αντέχεται, ούτε γιατρεύεται. Παρά μόνο αν μπει το νυστέρι στην πληγή. Μόνο αν αλλάξουν ριζικά τα πράγματα.

Αυτό είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό στα μυθιστορήματα της Ελένης Γιαννακάκη, που παρακολουθούν την ελληνική κοινωνία από την «Αλλαγή» μέχρι και σήμερα –χαρακτηριστικά τα «Χερουβείμ της μοκέτας» και το «Σναφ»– βυθίζοντας τον φακό τους μέχρι τις πιο βρόμικες γωνιές της. Η συγγραφέας μάς θέλει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι δικές μας ευθύνες για τη νοσηρότητα στην κοινωνία που μας περιβάλλει.

Στο «Κρητικό πιλάφι» (Πατάκης), το άφατο είναι περισσότερο ισχυρό από το ειπωμένο. Η δράση τρέχει κάτω από τις γραμμές, πίσω από τις λέξεις που περιγράφουν εμμονικά συνταγές μαγειρικής για το οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής. Όλα λέγονται υπαινικτικά, με τη μαεστρία μιας πεζογράφου που μεγάλωσε στο Ρέθυμνο όπου και περνά τα καλοκαίρια της, δίδαξε στην Οξφόρδη (1997-2011), έζησε στην Ινδία, στη Νιγηρία κ.α. και κατοικεί στην Αγγλία. Αυτή τη φορά η Γιαννακάκη στρέφει τον φακό της στην ανοχή της κρητικής κοινωνίας απέναντι σε έναν σύγχρονο Μινώταυρο: τον ΒΟΑΚ. Τον δρόμο-καρμανιόλα που διασχίζει τη βόρεια Κρήτη, σαρώνοντας ανθρώπινες ζωές και δηλητηριάζοντας χαρακτήρες.

Η ίδια η λέξη –το αρκτικόλεξο ΒΟΑΚ– εκστομίζεται μετά τη μέση του βιβλίου. Τότε πια, το αναγνωστικό κοινό έχει διαισθανθεί ότι κάτι συμβαίνει με την κεντρική ηρωίδα: μια ελληνίδα μάνα, χωρισμένη απ’ όταν ο άντρας της μεγαλοπιάστηκε. Υπήρξε δυναμική καθηγήτρια Φυσικής στο Λύκειο και σήμερα ζει μόνη σε ένα χωριό 300 κατοίκων, χωρίς άλλη παρέα παρά τις τρομολαγνικές τηλεοπτικές εκπομπές που την εκνευρίζουν «όσο και το παπαδαριό». Αρπάζεται λοιπόν εμμονικά από μια καθημερινότητα που την ορίζει η ετοιμασία του κυριακάτικου γεύματος με το παραδοσιακό «κρητικό πιλάφι» για τα παιδιά της, τη Σοφία και τον Θανάση, που ό,τι έκανε στη ζωή της το έκανε «για το δικό τους το καλό». Κι αφού η ίδια δεν πεινάει, το φαγητό που δεν θα φαγωθεί θα το κρατήσει για δυο γειτόνισσες που τροφοδοτούν τις δομές των μεταναστών.

«Κρητικό πιλάφι»: Το μυθιστόρημα της Ελένης Γιαννακάκη για τον φόρο αίματος στον ΒΟΑΚ
Eλένη Γιαννακάκη, Κρητικό πιλάφι | Εκδ. Πατάκη, 2026

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το στομάχι του αναγνωστικού κοινού, αντί να γουργουρίζει με τα μυστικά της καλής κουζίνας, αρχίζει να σφίγγεται. Διότι παρακολουθεί μια διαδικασία διαχείρισης της απώλειας. Αντί για μια αλαφροΐσκιωτη νοικοκυρά που κανακεύει υπερβολικά τα παιδιά της, ξεπροβάλλει μια γυναίκα που κουβαλάει έναν σταυρό. Και όταν με κυνισμό και με απελπισία θα μοιραστεί το βάρος του με τους αναγνώστες/στριές της, πόσοι θα αντέξουν να κοιταχτούν στον καθρέφτη;

Η συγγραφέας έβαλε ένα δύσκολο στοίχημα όταν διάλεξε να αφυπνίσει το κοινό για τον φόρο του αίματος στον ΒΟΑΚ, με κλειδί τον εσωτερικό μονόλογο της ηρωίδας της, και αφορμή τη μαγειρική. Ζωντανεύει μια γυναικεία φωνή γεμάτη τρυφερότητα προς τα παιδιά της, αλλά και γεμάτη οργή. Ναι, το νόστιμο φαγητό φέρνει κοντά τις οικογένειες… Αλλά πού είναι οι νόμοι; Πού είναι τα αλκοτεστ, πού οι κλήσεις για υπερβολική ταχύτητα, πού τα πρόστιμα; Πού είναι η κρατική μέριμνα για να αλλάξει η νοοτροπία της μαγκιάς στο τιμόνι; Για να μπορούν να συναντιούνται οι οικογένειες; Είναι εύκολη η αποστροφή ότι «φταίει η κακή η ώρα». Όμως φτάνει πια. Πάντα υπάρχουν αιτίες όπως υπάρχουν και καλές προθέσεις. Πράξεις δεν υπάρχουν, που να βάλουν το νυστέρι στην πληγή.

Ως συγγραφέας, η Γιαννακάκη ποτέ δεν εκβιάζει τις απόψεις του κοινού, όμως πάντα ακονίζει το βλέμμα του. Στο «Κρητικό πιλάφι» θα μιλήσει για «πουλημένες κυβερνήσεις», θα επισημάνει ότι το «καταπράσινο νησί του ’80, εκμαυλίστηκε από τις παροχές», θα σχολιάσει την κρητική λεβεντιά που «έχει μεταλλαχθεί» σε «μαφιόζικη κακοήθεια». Αλλά θα κοιτάξει και κάτω από το χαλί κάθε σπιτικού: τελικά, ποιος παίρνει την ευθύνη για τις ζωές που καταδικάζονται σε μια… υποζωή; Για τις ζωές όπου η καρδιά χτυπάει αλλά ο άνθρωπος έχει φύγει;