Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η δημόσια υγεία στη χώρα μας συρρικνώνεται και απαξιώνεται συστηματικά από τα μνημόνια μέχρι σήμερα. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας υποβαθμίστηκε από την υποχρηματοδότηση, που το άφησε χωρίς πόρους, υλικά και προσωπικό, με εξαθλιωμένους γιατρούς και εργαζομένους.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας έκλεισε. Ο ασθενής αφέθηκε σχεδόν στην τύχη του, να πληρώνει συνεχώς όλο και περισσότερα από την τσέπη του για να καλύψει τις υγειονομικές του ανάγκες.

Οι υγειονομικοί δείκτες κατέρρευσαν, μετά τα μνημόνια και τη διαχείριση της πανδημίας, αφήνοντας πίσω τους μία μόνιμη ανθρωπιστική κρίση.

Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα. Τίποτα δεν θυμίζει τη δημόσια, δωρεάν, καθολική και προσβάσιμη υγεία για όλους. Παρόλο που οι πολίτες συνεχίζουν υποχρεωτικά να πληρώνουν για τη… δωρεάν υγεία τους μέσα από τη φορολογία και τις εισφορές τους.

Σε αυτό το βαριά τραυματισμένο πλαίσιο, κάτω από συνθήκες γενικευμένης όξυνσης των προβλημάτων, με τα νοσοκομεία να πατούν σε τεντωμένο σκοινί, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιχειρεί την αντιστροφή της πραγματικότητας, ισχυριζόμενη ότι «το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι στα καλύτερά του», ότι «έχουν γίνει προσλήψεις προσωπικού» και ότι «η χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων έχει αυξηθεί κατακόρυφα».

Απέναντι στο κυβερνητικό αφήγημα για τα δημόσια νοσοκομεία, με τον υπουργό Υγείας Αδ. Γεωργιάδη να προπαγανδίζει διαρκώς ότι «το ΕΣΥ άλλαξε», «γίνονται βήματα και τα προβλήματα μειώνονται» και τον ίδιο τον πρωθυπουργό να αυτοαξιολογεί την κυβέρνησή του ως «συνεπή στις δεσμεύσεις που είχε δώσει», να μιλάει για «πρόοδο» στον «κεντρικό πυλώνα της κυβερνητικής πολιτικής» που είναι «η δημόσια Υγεία και το ΕΣΥ», στέκεται το ίδιο το δημόσιο σύστημα υγείας που αντέχει χάρη στην αυτοθυσία, το φιλότιμο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του λιγοστού ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αφού από αυτό λείπουν 6.500 ειδικευμένοι νοσοκομειακοί γιατροί με βάση τους οργανισμούς του ίδιου του υπουργείου και 20.000 λοιπό προσωπικό.

Η δημόσια δαπάνη υγείας στην Ελλάδα παρέμεινε την τελευταία δεκαετία περίπου 2-3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που μεταφέρει μεγαλύτερο οικονομικό βάρος στα νοικοκυριά και εξηγεί τις υψηλές ιδιωτικές πληρωμές των ασθενών.

Το 2023 το Δημόσιο κάλυπτε μόλις 61% της συνολικής δαπάνης υγείας, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν 80%. Αντίστοιχα, οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών έφταναν το 34% της συνολικής δαπάνης, υπερδιπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (~15%-20%).

Αναγκάζονται να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα

«Πήγα ιδιωτικά γιατί δεν άντεχα άλλο». Η Μαρία, 63 ετών, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη, περίμενε σχεδόν έναν χρόνο για χειρουργική επέμβαση στο ισχίο. «Στην αρχή μού είπαν τέσσερις μήνες. Μετά οκτώ. Στο τέλος έφτασα στους έντεκα. Δεν μπορούσα να περπατήσω. Δανείστηκα χρήματα από τα παιδιά μου και πήγα σε ιδιωτική κλινική», εξηγεί στην «Εφ.Συν.».

Η ιστορία της δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι ενώσεις ασθενών αναφέρουν συστηματικά περιπτώσεις ανθρώπων που στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, καθώς η αναμονή θεωρείται απαγορευτική για την καθημερινότητά τους ή για την εξέλιξη της υγείας τους.

Το 21,9% των κατοίκων της χώρας μας, σύμφωνα με τη Eurostat, δήλωσε ότι δεν έλαβε την απαραίτητη ιατρική εξέταση ή θεραπεία εξαιτίας κόστους, μεγάλων λιστών αναμονής ή δυσκολίας πρόσβασης. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μόλις 3,6%.

Οι άρρωστοι εξαναγκάζονται να πληρώσουν από την τσέπη τους. Ενα από τα πιο επίμονα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος υγείας είναι το υψηλό ποσοστό ιδιωτικών πληρωμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD Health at a Glance Europe, περίπου το 30,6% των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα καλύπτεται άμεσα από τα νοικοκυριά, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το γήρας

Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει την πίεση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, περισσότερο από το 23% του πληθυσμού είναι ηλικίας άνω των 65 ετών.

Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει:

  • τη χρήση υπηρεσιών υγείας,
  • τη φαρμακευτική κατανάλωση,
  • τις ανάγκες για χρόνιες θεραπείες,
  • τη ζήτηση για νοσοκομειακή περίθαλψη.

Το πραγματικό κόστος της ασθένειας

Η δημόσια συζήτηση για την υγεία επικεντρώνεται συχνά στους προϋπολογισμούς, στις προσλήψεις ή στις κτιριακές υποδομές. Για τον ασθενή όμως το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό. Πόσο θα περιμένει; Πόσο θα πληρώσει; Θα λάβει τη φροντίδα που χρειάζεται τη στιγμή που τη χρειάζεται;

Οι αριθμοί της Eurostat, του OECD, της ΕΛΣΤΑΤ και του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στην πρόσβαση και στη χρηματοδότηση της υγείας.

Η κυβέρνηση μιλά για ένα «ΕΣΥ που αλλάζει». Οι υγειονομικοί μιλούν για ένα ΕΣΥ που πιέζεται. Οι ασθενείς βιώνουν ένα ΕΣΥ που καταρρέει: συνεχίζουν να περιμένουν σε λίστες, να πληρώνουν συμμετοχές και να αναζητούν την ώρα της αδήριτης ανάγκης διεξόδους εκεί όπου το δημόσιο σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί.

Αυτό είναι το πιο ακριβό κόστος από όλα: Η ανθρώπινη ζωή απαξιώνεται σε μια χώρα όπου η υγεία αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ούτε δημόσια είναι ούτε δωρεάν!


Δημόσια νοσοκομεία: οι χειρότεροι οφειλέτες του Δημοσίου

Την ανηφόρα έχουν τραβήξει ξανά τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου σε ιδιώτες και προμηθευτές, που ανήλθαν στα 3,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Ιανουάριος-Νοέμβριος 2025).

Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών προέρχεται από τον χώρο της Υγείας. Τα δημόσια νοσοκομεία οφείλουν συνολικά 1,683 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατακόρυφα σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024. Υπενθυμίζεται ότι το 2019 τα χρέη των νοσοκομείων ανέρχονταν μόλις σε 344 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη δραματική επιδείνωση της κατάστασης.

To ΕΣΥ δεν είναι πια για… εσένα: Ούτε δημόσια, ούτε δωρεάν Υγεία – Η συστηματική εγκατάλειψη από το κράτος

To ΕΣΥ δεν είναι πια για… εσένα: Ούτε δημόσια, ούτε δωρεάν Υγεία – Η συστηματική εγκατάλειψη από το κράτος
Συνδυασμένη ανάγνωση στοιχείων EUROSTAT/OECD

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΨΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Τα τέσσερα βασικά ψέματα πάνω στα οποία στηρίζεται η εικόνα που παρουσιάζει το υπουργείο Υγείας για το πώς «αλλάζει» το ΕΣΥ:

1. Μειώθηκαν τα χειρουργεία.

Αδ. Γεωργιάδης: «Από 88.000 αναμονές άνω των τεσσάρων μηνών, είμαστε στις 31.000».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η μείωση έγινε μόνο στα χαρτιά. Οι λίστες αναμονής δεν είχαν ποτέ επικαιροποιηθεί. Ετσι, διαγράφτηκαν ασθενείς που ήδη είχαν χειρουργηθεί στον ιδιωτικό τομέα ή ήταν σε λίστες δύο νοσοκομείων. Επίσης, με την καθιέρωση της Ενιαίας Λίστας Χειρουργείων διαγράφηκαν και όσοι είχαν τυπικά λάθη στα στοιχεία τους (ΑΜΚΑ, τηλέφωνο, ορθογραφία). Καμία κλειστή αίθουσα δεν άνοιξε, νέο προσωπικό δεν προσλήφθηκε. Το μόνο που κατόρθωσε η κυβέρνηση είναι να εισαγάγει τον θεσμό των απογευματινών –επί πληρωμή– χειρουργείων.

2. Μειώθηκε ο χρόνος αναμονής στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ).

Αδ. Γεωργιάδης: «Μειώσαμε τον μέσο χρόνο κατά 40%, από τις 10 στις 5,5 ώρες».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Δεν υπήρξε ποτέ επίσημη μέτρηση αναμονών. Το «βραχιολάκι» που φοράμε πλέον σε ορισμένα ΤΕΠ μπορεί να μετρά τον χρόνο, αλλά δεν μειώνει αναμονές, οι οποίες έχουν φτάσει και τις 22 ώρες. Ο χρόνος θα μειωθεί μόνο αν αυξηθεί ο αριθμός των γιατρών, νοσηλευτών, τραυματιοφορέων, οδηγών ασθενοφόρων, αλλά και των μηχανημάτων, π.χ. αξονικοί τομογράφοι, μαγνητικοί, PET, καθώς και αν δημιουργηθεί σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

3. Με ένα τηλεφώνημα ή μέσω της πλατφόρμας βρίσκεις άμεσα ραντεβού σε τακτικά ιατρεία.

Αδ. Γεωργιάδης: «Μέσω του 1566 βρίσκεις αμέσως γιατρό».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: «Σε κάποιες ειδικότητες δεν βρίσκεις ραντεβού ούτε πεθαμένος», μας λέει ο 72χρονος κύριος Βασίλης, «γι’ αυτό πάμε και τα πληρώνουμε έξω». Η δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας έχει ρημάξει. Το νέο μέτρο της κυβέρνησης που υποχρεώνει όλους τους γιατρούς σε αύξηση των εβδομαδιαίων ραντεβού (με διάρκεια επίσκεψης τα 10 λεπτά!) δεν είναι τίποτα άλλο από υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας και ταυτόχρονη ηθελημένη «άγνοια» (υποτίμηση) για το με τι πραγματικά ασχολείται ένας νοσοκομειακός γιατρός (τακτικά ιατρεία, επείγοντα, χειρουργεία, νοσηλευόμενοι κλινικής).

4. Το προσωπικό του ΕΣΥ έχει αυξηθεί.

Αδ. Γεωργιάδης: «Το ΕΣΥ είναι στην καλύτερή του κατάσταση από ποτέ και ως προς τον αριθμό του προσωπικού του».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Σύμφωνα με το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού, οι μόνιμοι υγειονομικοί ήταν 76.588 (Δεκέμβριος 2020) και μειώθηκαν σε 71.397 (Μάιος 2025). Δηλαδή 5.000 λιγότεροι σε 5 χρόνια, περίπου 1.000 ανά έτος.


«Οι γιατροί του ΕΣΥ αγωνίζονται για μισθολογική, επαγγελματική, επιστημονική αξιοπρέπεια», σημειώνει ο Γιώργος Σιδέρης
«Οι γιατροί του ΕΣΥ αγωνίζονται για μισθολογική, επαγγελματική, επιστημονική αξιοπρέπεια», σημειώνει ο Γιώργος Σιδέρης

«Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία δουλεύουν 72 ώρες την εβδομάδα»

Συνέντευξη: Γιώργος Σιδέρης, πρόεδρος Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας – Πειραιά (ΕΙΝΑΠ)

● Οι νοσοκομειακοί γιατροί δεν σταματούν λεπτό να διεκδικούν τα… αυτονόητα. Αντιστρέφοντας το κυβερνητικό αφήγημα πως όσοι αγωνίζονται είναι «η συμμορία της μιζέριας», απαντούν: Μιζέρια είναι η υποστελέχωση, οι μεγάλες αναμονές, οι υψηλές ιδιωτικές πληρωμές και οι μεγάλες αποστάσεις από την περιφέρεια, την ώρα που στα χαρτιά υπάρχει καθολική ασφαλιστική κάλυψη.

Η καθημερινή κανονικότητα στα νοσοκομεία είναι στο «κόκκινο»: Γιατροί και νοσηλευτές που παίρνουν μισθούς καθηλωμένους στα επίπεδα του 2011, που εφημερεύουν σε «συνθήκες πολέμου», καθώς η προσέλευση φτάνει τους σχεδόν 1.000 ασθενείς στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των μεγάλων νοσοκομείων, με φορεία στοιβαγμένα παντού, ράντσα στους διαδρόμους και ουρές στην αναμονή για τα ιατρεία, περιγράφει στην «Εφ.Συν.» ο Γιώργος Σιδέρης, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας και Πειραιά (ΕΙΝΑΠ), του ιστορικού σωματείου των νοσοκομειακών γιατρών της Αθήνας και του Πειραιά που αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση πρωταγωνίστησε για την ψήφιση του νόμου 1397/1983, με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το ΕΣΥ.

● Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση στην Υγεία για τους πολίτες;

Στη βιβλιογραφία αναγνωρίζονται διάφοροι παράγοντες που εμποδίζουν την πρόσβαση στην Υγεία. Στην ελληνική περίπτωση, οι περισσότερες μελέτες μετά την οικονομική κρίση καταγράφουν ως κυρίαρχα προβλήματα την υποστελέχωση, τις μεγάλες αναμονές, τις υψηλές ιδιωτικές πληρωμές και τις μεγάλες αποστάσεις, παρά το γεγονός ότι τυπικά υπάρχει καθολική ασφαλιστική κάλυψη.

«Εξαιτίας της πολιτικής του Αδ. Γεωργιάδη, η παράταξη της Ν.Δ. στους νοσοκομειακούς γιατρούς της Αττικής έχασε την πρώτη θέση και την αυτοδυναμία στον Ιατρικό Σύλλογο Αθήνας»

Ας πιάσω μόνο το πρώτο, την υποστελέχωση του δημόσιου συστήματος υγείας. Σύμφωνα με το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού, οι μόνιμοι υγειονομικοί μειώθηκαν κατά 5.000 σε 5 χρόνια, περίπου 1.000 λιγότεροι ανά έτος. Μείωση υπάρχει ακόμα κι αν συνυπολογίσουμε τους συμβασιούχους. Αυτό μεταφράζεται σε κλειστές δημόσιες χειρουργικές αίθουσες, στελέχωση των ΜΕΘ στα όρια ή και κάτω από αυτά των προδιαγραφών ασφαλούς λειτουργίας, διπλοβάρδιες νοσηλευτών και εποπτεία τους για 40-50 ασθενείς, πλήρης απουσία βασικών ειδικοτήτων γιατρών ή μονήρεις ειδικότητες στα Κέντρα Υγείας, αλλά και σε αρκετά νοσοκομεία.

● Πόσο δωρεάν είναι η Υγεία στη χώρα μας την οποία οι πολίτες πληρώνουν δύο και τρεις φορές μέσα από τη φορολογία, τις εισφορές και ξανά στα ταμεία των φαρμακείων για τα απαραίτητα για την υγεία τους φάρμακα αλλά και των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων και των νοσοκομείων για εξετάσεις, χειρουργικές διαδικασίες κ.λπ. γιατί δεν βρίσκουν άκρη στον δημόσιο σύστημα;

Δωρεάν είναι κατ’ όνομα, αφού ο ασθενής χρυσοπληρώνει, όπως και δημόσιο σύστημα είναι κατ’ όνομα δημόσιο, αφού μέσα αλωνίζουν τα επιχειρηματικά και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Ο ασθενής πληρώνει μέσω της κεντρικής φορολογίας, μέσω των ασφαλιστικών εισφορών του αλλά και άμεσα (out of the pocket), είτε για φάρμακα είτε ξανά στον ιδιωτικό τομέα γιατί δεν βρίσκει έγκαιρα υπηρεσίες στο δημόσιο σύστημα. Και πολλές φορές πληρώνει και τέταρτη φορά μέσω ιδιωτικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι στο σύνολο της δαπάνης στην υγεία το κράτος συμμετέχει με 30%, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες –Αμεσες και Εμμεσες (Ασφαλιστικά Ταμεία)– είναι 70%, όπως επίσης ότι η ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες Υγείας στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.

● Ποιες είναι οι συνθήκες για τους γιατρούς που εργάζονται στο ΕΣΥ;

Οι γιατροί του ΕΣΥ αγωνίζονται για μισθολογική, επαγγελματική και επιστημονική αξιοπρέπεια. Οι μισθοί είναι καθηλωμένοι σε επίπεδα προ του 2011, τα κενά καλύπτονται με μετακινήσεις ή με υπέρβαση του πλαφόν των εφημεριών. Για να παρακολουθήσεις ένα συνέδριο πρέπει να πληρώσεις από την τσέπη σου ένα σκασμό λεφτά και άλλα πολλά.

Στους νέους γιατρούς, τους ειδικευόμενους δηλαδή, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Ο μέσος όρος εβδομαδιαίας εργασίας ανέρχεται στις 72 ώρες, ενώ οι μέρες ανάπαυσης δεν ξεπερνούν τις 4-5 μέρες τον μήνα. Το ωρομίσθιο των εφημεριών του ειδικευόμενου γιατρού είναι εξευτελιστικό, μόλις 5,38 ευρώ. Η εκπαίδευση είναι ελλιπής και χρόνος για διάβασμα δεν απομένει.

Τα προβλήματα είναι συνδυαστικά. Ας δώσω ένα παράδειγμα. Στην Αττική τα 100 από τα 210 χειρουργικά κρεβάτια είναι κλειστά λόγω έλλειψης προσωπικού. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο τους ασθενείς, οι οποίοι αναγκάζονται να περιμένουν μήνες για ένα χειρουργείο ή να καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα, αλλά περιορίζουν σημαντικά τον αριθμό των χειρουργικών περιστατικών στα οποία μπορούν να εκπαιδευτούν οι ειδικευόμενοι γιατροί, στερώντας τους πολύτιμη κλινική εμπειρία.

● Τι απαντάτε στην κυβέρνηση που σας αποκαλεί «συμμορία της μιζέριας» την ώρα που καθημερινά ξεπερνάτε εαυτούς στην πρώτη γραμμή της υγείας;

Είναι δικαίωμα του κ. Γεωργιάδη όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη να γεμίζει από αισιοδοξία, το αντίθετο δηλαδή της μιζέριας. Το ίδιο και οι «δωρητές»-εφοπλιστές, οι φαρμακοβιομήχανοι και λίγοι ακόμα, γι’ αυτό και όταν τους βλέπει ο κ. Γεωργιάδης τού τρέχουν τα σάλια.

Πέρα όμως από χαρακτηρισμούς, έχει καταφέρει, με τους θεατρινισμούς και κυρίως την πολιτική που ακολουθεί, αυτό που κάποτε έμοιαζε ακατόρθωτο. Να απολέσει η παράταξη της Ν.Δ. την πρώτη θέση στους νοσοκομειακούς γιατρούς της Αττικής και την αυτοδυναμία στον Ιατρικό Σύλλογο Αθήνας. Ας συνεχίσει έτσι. Εμάς δεν μας απασχολούν οι χαρακτηρισμοί, γιατί δεν αλλάζουν την πραγματικότητα που σας περιέγραψα. Οι γιατροί του δημόσιου συστήματος υγείας κρίνονται καθημερινά από τους ασθενείς που εξυπηρετούν, από τις ζωές που σώζουν και από τον αγώνα που δίνουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Διεκδικούμε, γιατί αυτή είναι η υποχρέωσή μας απέναντι στην κοινωνία και στους ασθενείς μας. Η σιωπή είναι ανεύθυνη στάση.


Η πανδημία άφησε μόνιμα «κουσούρια» που βαραίνουν την τσέπη του ασθενή
Η πανδημία άφησε μόνιμα «κουσούρια» που βαραίνουν την τσέπη του ασθενή

Ολο και πιο πολλά πληρώνουν οι πολίτες για τα φάρμακά τους

Οι συνταξιούχοι ξοδεύουν τουλάχιστον μία σύνταξη τον χρόνο, ενώ ζουν και βασιλεύουν τα τεφτέρια στα συνοικιακά φαρμακεία, όπως παλιά στα μπακάλικα

Ολο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη βάζουν οι ασθενείς για να προμηθευτούν τα φάρμακά τους. Για το 2024 πλήρωσαν 1,949 δισ. ευρώ συνολικά! Από αυτά, 801 εκατομμύρια έδωσαν για φάρμακα που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ, συμμετέχοντας στη δημόσια εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη· 1,148 δισ. ευρώ είναι η δαπάνη για τα φάρμακα που δεν αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ ή για φάρμακα που τα αποζημιώνει, αλλά οι ασθενείς επέλεξαν να τα αγοράσουν ιδιωτικά, γιατί η δαπάνη μαζί με την επίσκεψη στον γιατρό είναι ισόποση.

Από τα 801 εκατομμύρια ευρώ για αποζημιούμενα φάρμακα το 2024, τα 432 εκατ. αφορούσαν τη θεσμοθετημένη συμμετοχή τους επί της τιμής αποζημίωσης και 369 εκατ. ευρώ, την επιβάρυνση που προκύπτει από τη διαφορά λιανικής και τιμής αποζημίωσης (όταν ο ασθενής επιλέγει φάρμακο με λιανική τιμή υψηλότερη της τιμής αποζημίωσης).

Από τα 1,148 δισ. ευρώ που πλήρωσαν οι ασθενείς για φάρμακα που επιβαρύνουν τους ίδιους, τα 425 εκατ. αφορούν μη συνταγογραφούμενα φάρμακα (ΜΗΣΥΦΑ) και τα 138 εκατ. φάρμακα της Αρνητικής Λίστας που δεν αποζημιώνονται· 585 εκατομμύρια ευρώ αφορούν συνταγογραφούμενα φάρμακα, τα οποία όμως οι ασθενείς επέλεξαν να πληρώσουν οι ίδιοι.

Πρόκειται για φάρμακα που κοστίζουν κατά μέσο όρο 7 ευρώ, ενώ η επίσκεψη στον γιατρό για συνταγογράφηση 10 ευρώ.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται στην έκδοση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) «Η φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα: γεγονότα και στοιχεία 2024».

To ΕΣΥ δεν είναι πια για… εσένα: Ούτε δημόσια, ούτε δωρεάν Υγεία – Η συστηματική εγκατάλειψη από το κράτοςTo ΕΣΥ δεν είναι πια για… εσένα: Ούτε δημόσια, ούτε δωρεάν Υγεία – Η συστηματική εγκατάλειψη από το κράτοςΗ «αυτοθεραπεία»

Ο ασθενής αναγκάστηκε να πληρώνει όλο και περισσότερα από την τσέπη του για να καλύψει τις ανάγκες του σε φάρμακα την τελευταία δεκαετία, οπότε η φαρμακευτική κάλυψη στη χώρα μας συρρικνώθηκε. Οι δαπάνες των ασθενών εκτοξεύονται, ενώ η δημόσια εξωνοσοκομειακή κρατική χρηματοδότηση κρατιέται χαμηλά. Καθίσταται επομένως σαφές ότι η σημαντική μείωση της συμβολής του Δημοσίου στη φαρμακευτική δαπάνη είχε αποτέλεσμα τη μετακύλισή της στον ασθενή.

Στον τομέα των δαπανών για φαρμακευτική κάλυψη, η συνολική φαρμακευτική δαπάνη (εξωνοσοκομειακή και νοσοκομειακή) για το 2023 διαμορφώθηκε στα 7,5 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με 5,6 δισ. ευρώ το 2021, με εκτίμηση για 8,5 δισ. ευρώ το 2024. Η δημόσια δαπάνη για το 2022 ήταν στα 2,7 δισ. ευρώ, έφτασε τα 2,8 δισ. ευρώ το 2023, με εκτίμηση για περαιτέρω μικρή αύξηση το 2024 στα 3,0 δισ. ευρώ.

Για τους ασθενείς που δεν… βγαίνουν, η διέξοδος είναι η «αυτοθεραπεία», η επιλογή δηλαδή φαρμάκων μεταξύ αυτών που τους γράφουν οι γιατροί, λόγω αδυναμίας να αγοράσουν όλα όσα χρειάζονται. Την ίδια ώρα, οι συνταξιούχοι ξοδεύουν τουλάχιστον μία σύνταξη τον χρόνο για τα φάρμακά τους, ενώ ζουν και βασιλεύουν τα τεφτέρια στα φαρμακεία, όπως παλιά στα μπακάλικα.

Την περίοδο της κρίσης, σύμφωνα με τη μελέτη ΙΟΒΕ-ΣΦΕΕ, η δαπάνη των νοικοκυριών για την υγεία μετατοπίστηκε κυρίως στην κάλυψη της φαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Συγκεκριμένα, από τα 129 ευρώ μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών για την Υγεία, το 32,2% αφορά τη φαρμακευτική περίθαλψη και το 34% την κάλυψη νοσοκομειακών αναγκών, έναντι 11,1% για οδοντιατρικές ή άλλες ιατρικές υπηρεσίες (11,6%).

Μετά την πανδημία

Η συμμετοχή της φαρμακοβιομηχανίας μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών στη φαρμακευτική δαπάνη, σύμφωνα με την έκθεση, ξεπέρασε τα 4,6 δισ. ευρώ, έναντι 3,9 δισ. ευρώ το 2023 και 2,9 δισ. ευρώ το 2022. Ωστόσο δεν μπορεί να εξισώνεται η συμμετοχή των ασφαλισμένων με εκείνη της φαρμακοβιομηχανίας. Η συνολική αξία διακίνησης φαρμάκων στην Ελλάδα, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), το 2022 έφτανε τα 7,484 δισ. ευρώ, ενώ σταδιακά αυξάνεται, σκαρφαλώνοντας το 2023 στα 8,192 δισ. ευρώ και το 2024 στα 8,5 δισ. ευρώ. Το καθαρό κέρδος της φαρμακοβιομηχανίας, σύμφωνα με την ICAP, είναι μεσοσταθμικά 5% και το μικτό κέρδος 32%.

Με την εμφάνιση της πανδημίας, επισημαίνει η μελέτη ΙΟΒΕ-ΣΦΕΕ, τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας κλήθηκαν να επαναξιολογήσουν τη δημόσια χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας, καθώς οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται και η πίεση στο σύστημα υγείας θα παραμείνει έντονη μεσοπρόθεσμα.

Η Ελλάδα όμως είναι σε χειρότερη θέση συγκριτικά τόσο με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. όσο και με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου ειδικότερα. Η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 22,6% την περίοδο 2009-2022, τη στιγμή που αυξήθηκε (7%) στις νότιες χώρες και ακόμα περισσότερο στις υπόλοιπες της Ε.Ε. (25%).

Παράλληλα, η δημόσια χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας την ίδια περίοδο μειώθηκε στην Ελλάδα κατά 29,8%, τη στιγμή που στις χώρες του Νότου αυξήθηκε κατά 3,2%, ενώ στις χώρες της Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 29,4%. Ενδεικτικά, η δημόσια κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας είναι στα 1.040 ευρώ στη χώρα μας, στο 1/3 του επιπέδου της Ε.Ε,. που είναι 2.993 ευρώ.


Για ποια αλλαγή μιλάτε;

Το υπουργείο Υγείας απορρίπτει την εικόνα κατάρρευσης. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υλοποιείται το μεγαλύτερο πρόγραμμα αναβάθμισης του ΕΣΥ με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή με χρήματα των Ευρωπαίων πολιτών.

Αναφέρει:

● ανακαινίσεις νοσοκομείων,

● νέα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών,

● ψηφιακές υπηρεσίες,

● απογευματινά χειρουργεία,

● μείωση λιστών αναμονής,

● νέες προσλήψεις προσωπικού.

Κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, τα προβλήματα είναι υπαρκτά αλλά αντιμετωπίζονται μέσω ενός πολυετούς σχεδίου μεταρρυθμίσεων.