Κάπου ανάμεσα στα δελτία ειδήσεων, στα χρηματιστήρια που πανηγυρίζουν πάνω από ερείπια, στις σημαίες που αλλάζουν χέρια πιο γρήγορα κι από ό,τι εγώ γκόμενο στα είκοσί μου, κάπου εκεί ανάμεσα φαντάστηκα τον Ράμπο να επιστρέφει. Τον πρώτο Ράμπο. Που δεν τον είχα δει ποτέ ως ταινία, καθώς και δεν ζούσα σαν βγήκε, και οι δικοί μου στη «Γαλάζια Λίμνη» με πήγαν, χρόνια μετά, πενταμισάρικο, σε θερινό, ως την πρώτη μου ταινία (και καλά ρομάντζο κι έτσι, να δει το μωρό τρυφεράδα κι αγνότητα – εντελώς το αντίθετο τους βγήκα τελικά). Την είδα τώρα όμως, και μάλιστα σε φεστιβάλ και… ναι, φίλε μου. Ηταν μια εξαιρετική, για το είδος της, ταινία και βαθιά πολιτική.
Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα στην κατρακύλα των ΗΠΑ που δείχνει ξεκάθαρα (βγήκε το 1982 – έναν χρόνο πριν είχε εκλεγεί ο Ρέιγκαν, θυμίζουμε), στα μπουνίδια του Σταλόνε και στους αφρούς που έβγαζαν οι αμερικανόμπατσοι απ’ τ’ αφτιά που δεν μπορούσαν να πιάσουν τον βετεράνο αυτόν του Βιετνάμ που τους είχε ρεζιλέψει (αφού πρώτα τον είχαν στείλει στην κόλαση ενός πολέμου αδόκητου, και καλά εναντίον του κομμουνισμού), αυτό φαντάστηκα: Να κατεβαίνει, λέει, ο Ράμπο από ένα λεωφορείο σε μια οποιαδήποτε δυτική πρωτεύουσα, ρωτώντας εναγωνίως τους περαστικούς: «Πού είναι ο κομμουνισμός;». Αυτοί τον κοιτάνε σαν να ξέφυγε από μουσείο απολιθωμάτων (σωματικών και ιδεολογικών): «Ποιος κομμουνισμός, παππού;». Μα εκείνος θα συνέχιζε να ψάχνει.
Στα εργοστάσια που δεν υπάρχουν πια. Στις συνοικίες όπου κάποτε έμεναν εργάτες και τώρα αγοράζουν τα σπίτια τους επενδυτικά funds. Στα πανεπιστήμια που έγιναν επιχειρήσεις. Στα νοσοκομεία που μετράνε τον άνθρωπο ως ευρώ ανά κρεβάτι. Ο Ράμπο ξύνεται απορημένος: «Γι’ αυτά εγώ πολέμησα;».
Του είπαν ότι θα πολεμήσει ένα οικονομικό σύστημα. Εκείνος γύρισε έχοντας χάσει την ψυχή του. Στο Βιετνάμ, όπως σε κάθε πόλεμο, δεν σκοτώθηκε μόνο κόσμος. Σκοτώθηκαν και παιδιά, που γύρισαν γέροι στα είκοσί τους. Και σαν επέστρεψαν, η ίδια η χώρα που τους έστειλε να σκοτώσουν, τους αντιμετώπισε σαν χαλασμένα ανταλλακτικά. Τους φόρεσε τη λέξη «βετεράνος» σαν επίδεσμο και μήτε ως παρκαδόροι δεν έβρισκαν δουλειά. Αυτό κατάλαβε ο Ράμπο στο κέντρο μιας οποιασδήποτε δυτικής πρωτεύουσας σήμερα: πως ο ίδιος ενσάρκωνε το χρονικό ενός ανθρώπου που ανακάλυψε πως το κράτος ξέρει να κατασκευάζει ήρωες μόνο όσο τους χρειάζεται. Μετά τους πετάει.
Σκεφτόμουν πως σήμερα ο Ράμπο θα ήταν εντελώς χαμένος. Θα άνοιγε την τηλεόραση και θα ’βλεπε τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο στην Ιστορία, παράφρονα και πανάσχημο, να μιλά για ελευθερία της αγοράς, ενώ αγοράζει κυβερνήσεις. Θα έβλεπε ανθρώπους να δουλεύουν δύο δουλειές και να μην μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο. Θα έβλεπε παιδιά να γεννιούνται ήδη χρεωμένα και ήδη σε απόγνωση. Θα έβλεπε πολέμους που ονομάζονται «επενδυτικές ευκαιρίες», λιμούς να γίνονται δείκτες ανάπτυξης και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια άφαντη.
Και θα ρωτούσε πάλι: «Συγγνώμη, ο κομμουνισμός πού είναι;». Ολη του τη ζωή τού έλεγαν ότι αυτός ήταν ο εχθρός. Μα τώρα άλλα έβλεπε… Ισως τότε καθόταν σ’ ένα πεζούλι. Ισως άφηνε δίπλα του το μαχαίρι, γιατί δεν χρειάζεται πια όπλα απέναντι σε τόσο αόρατους αντιπάλους. Και ίσως τότε να έλεγε, σχεδόν ψιθυριστά, σαν άνθρωπος που επιτέλους κατάλαβε: «Μπορεί όσα μας έλεγαν για τον κομμουνισμό να ήταν ψέματα, αλλά όσα μας έλεγαν για τον καπιταλισμό ήταν όλα αλήθεια».
