Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού». Ο «Τελευταίος Αρχηγός» είναι ένα βιβλίο που έγραψα αμέσως μετά τον θάνατο του Ανδρέα και, δυστυχώς, ο τίτλος του δικαιώνεται κατά κράτος μέχρι σήμερα. Το άστρο του, αντί να αργοσβήνει, φωτίζει εντονότερα, τόσο μέσα στον ναό της Δημοκρατίας (!), στη Βουλή των Ελλήνων, όσο και στην κοινωνία. Υπάρχουν δημοσκοπήσεις που θεωρούν τον Ανδρέα ως τον μεγαλύτερο ηγέτη της χώρας τον 20ό αιώνα, ξεπερνώντας ακόμα και τον Εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο – προσωπικά, πιστεύω πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όχι μόνο υπερδιπλασίασε την Ελλάδα, αλλά ήταν και ένας άριστος διεθνής παίκτης και στην ιδιοφυΐα του οφείλεται αυτό το γεγονός.

Τριάντα χρόνια, λοιπόν, από τον θάνατό του. Που ήλθε και τον περιμέναμε μετά την άνιση μάχη που έδινε στην υψικάμινο του «Ωνασείου». Αυτή ήταν η πιο δραματική στη μακρόχρονη κρίση σε σχέση με την υγεία του. Όχι μόνο από σωματική άποψη, όπου εξουθενώθηκε, αλλά και από πνευματική. Η τελευταία μάχη της ζωής του ήταν επική και αφάνταστα δραματική.

Εν τούτοις, κάποιοι από τους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν στο «Ωνάσειο», μια μικρή στρατιά, πίστευαν ότι ο Ανδρέας θα γίνει γρήγορα καλά, θα αναλάβει πλήρως τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις και θα ξανακυβερνούσε, μεγάλος και τρανός. Αυτοί πρέπει να ήταν στραβοί, γιατί κι εγώ ήμουν μέσα στο «Ωνάσειο» και έλιωνα όταν έβλεπα μπροστά στα μάτια μου, τα εξόχως δραματικά βράδια, τα υπολείμματα του Ανδρέα Παπανδρέου μέσα σε κάποια πιτζάμα και τα λιγοστά τρεμάμενα βήματά του στους διαδρόμους του 6ου ορόφου.

Αυτή ήταν η πιο άδικη, η πιο άνιση μάχη. Κατάφεραν να τον επηρεάσουν και τον ίδιο, σε βαθμό που πίστεψαν και πίστεψε κι αυτός ίσως, να κάνει δηλώσεις στην τηλεόραση μόλις βγήκε. Όλοι θυμόμαστε ότι αυτό δεν το κατόρθωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου… Πάντως, η ιστορική κρίση δίκαια τον έχει κατατάξει ως τον μεγαλύτερο Έλληνα ηγέτη μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Ο Ανδρέας, στην Εκάλη και μετά την άφιξη ειδικών Αμερικανών γιατρών που του έκαναν ασκήσεις λογοθεραπείας για να παραστεί στο Συνέδριο, κατάλαβε πως κάτι τέτοιο ξεπερνά όχι μόνο τις φυσικές του δυνάμεις, αλλά και το πιο παράτολμο όνειρό του. Τότε ο Παπανδρέου ουσιαστικά «αποχώρησε», κλείστηκε στον εαυτό του. Προφητικό, θα έλεγα, ήταν ένα δείπνο, από τα τελευταία στην Εκάλη. Ήμουν κι εγώ ανάμεσα στον Πρόεδρο, τη Δήμητρα, τον Κάρολο Παπούλια και τον Κατσιφάρα. Κάποια στιγμή τελείως αδιάφορη, ο Πρόεδρος, αποτεινόμενος σ’ εμάς, μας ρώτησε: «Ξέρετε πώς πεθαίνει το στρείδι;» Κανείς δεν απάντησε, αλλά ούτε και ο Παπανδρέου περίμενε να απαντήσει κανείς. Αργά, στην έξοδο, καθώς κοντοστάθηκε κάποια στιγμή ο Κάρολος Παπούλιας και πήγα κι εγώ δίπλα του, ο Ανδρέας Παπανδρέου συμπλήρωσε το αιωρούμενο ερώτημα «πώς πεθαίνει το στρείδι»: «ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΛΕΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ». Αυτό συνέβη. Κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν μιλούσε. Δεν είχε διάθεση. Ήθελε να φύγει… Και έτσι έφυγε.

Ανδρέας Παπανδρέου: 30 χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού»
EUROKINISSI

Την 1η Οκτωβρίου 1981 ήμουν ίσως ο μοναδικός δημοσιογράφος που βρέθηκε τόσο κοντά στον Ανδρέα, την ώρα που θα έλεγε τα πρώτα του λόγια, τις πρώτες του σκέψεις, ως ο «πρωθυπουργός της Αλλαγής». Αυτός ο άνθρωπος ανηφόριζε για να συναντήσει την Ιστορία για 20 ολόκληρα χρόνια. Ο Ανδρέας ήταν συνεπής στο ραντεβού. Έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας, συντρίβοντας το απολιθωμένο άγαλμα μιας πολιτικής παράταξης που, εκτός από τα μυριάδες δεινά που είχε συσσωρεύσει στον τόπο για δεκαετίες, ταπείνωσε τους Έλληνες.

Ο Παπανδρέου ζήτησε τη συμφιλίωση του ελληνικού λαού. Λήθη στο παρελθόν. Ξόρκισε την πατρογονική κατάρα των Ελλήνων, τη διχόνοια. Όταν ανακοινώθηκε από ένα μακρινό χωριό της Καβάλας η σαρωτική αναγγελία της νίκης, ο Ανδρέας μπροστά στην τηλεόραση σχολίασε: «Είναι σίγουρο ότι νικήσαμε. Εμπρός στη δουλειά!» Εκείνο το βράδυ ήταν κουρασμένος, σαν από μακρινό ταξίδι.

Θυμάμαι πρώτη φορά το γραφείο που τον συνάντησα. Πίσω του, ένα μεγάλο πορτρέτο του Γέρου της Δημοκρατίας. Το αετίσιο βλέμμα του Γεωργίου Παπανδρέου «κάρφωνε» τον γιο του από απόσταση ενός μέτρου. Του είχε αφήσει για κληρονομιά ολόκληρη την παρακαταθήκη του Ανένδοτου Αγώνα και τη σύγκρουση με το Στέμμα!

H διαδικασία ηρωοποίησής του ξεκίνησε από τις εξεγέρσεις της γενιάς του 1-1-4, βρήκε πρόσφορο έδαφος στη γενιά του Εμφυλίου, του ΕΑΜ και της Αντίστασης.

Είναι πάγια άποψη ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ο πιο χαρισματικός πολιτικός ηγέτης που πέρασε μεταπολεμικά από την Ελλάδα. Ένας πολιτικός μύθος. Ένας «Μεσσίας» με ποικίλες προσβάσεις σε κάθε είδους κοινωνικές αναφορές του εκλογικού σώματος. Ο Ανδρέας ήταν σύμβολο. Αυτή η διαδικασία της ηρωοποίησής του ξεκίνησε από τις ταραγμένες φοιτητικές εξεγέρσεις της γενιάς του 1-1-4, βρήκε πιο πρόσφορο έδαφος στη γενιά του Εμφυλίου, του ΕΑΜ και της Αντίστασης. Όταν ακόμα ο Γέρος της Δημοκρατίας κυβερνούσε τη χώρα, ο Ανδρέας ήταν η κρυφή ελπίδα και μέρα με τη μέρα, αυτό γινόταν πεποίθηση στον ελληνικό λαό.

Ο Ανδρέας υπήρξε αρχέτυπο. Το αρχέτυπο της αλλαγής. Ένα αρχέτυπο ενσωματωμένο στην ισχύουσα πολιτική κουλτούρα, που κατάφερε σταδιακά να ξεθεμελιώσει πυρήνες που δημιουργούσαν μια κοινωνική ανισότητα. Ανάλογη αφοσίωση από τον λαό είχε γνωρίσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος και λιγότερο βέβαια ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Όταν παρέλαβε το σκήπτρο του πρωθυπουργού το 1981, ήταν ήδη ο χαρισματικός ηγέτης, που από αυτόν περίμενε ο ελληνικός λαός τη δικαίωση των πόθων του. Τι περίμενε ο λαός μας απ’ αυτόν; Υψηλές απαιτήσεις στον εκδημοκρατισμό της χώρας. Ακόμα υψηλότερες στην τόνωση του εθνικού συναισθήματος. Ήθελε τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους. Τα πέτυχε. Δημιούργησε μία νέα Ελλάδα, αλλά δεν δικαίωσε όσους πίστευαν ότι θα καλυτερέψει τη μοίρα τους μια και καλή.

Η λαϊκή «αγιογραφία» ήθελε από τη μια τον Ανδρέα μεγάλο. Υψιπετή, αυστηρό, απρόβλεπτο, πανούργο, ταχυδακτυλουργό, αλλά πάντα νικητή, ενώ οι δαιμονογράφοι της εποχής, την ίδια ακριβώς περίοδο, τον έβλεπαν ιταμό, αποστειρωμένο, χυδαίο, τυχοδιώκτη, ερωτύλο, με λερωμένο τον χιτώνα της εξουσίας του.

Ανδρέας Παπανδρέου: 30 χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού»
Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Γιώργος Παπανδρέου (παιδί) στο Καστρί γύρω στα 1960.

Ο Ανδρέας βασίστηκε στην ποιότητά του. Έτσι άσκησε εξουσία. Δεν ήταν τυχαίος. Ήταν ένας διαπρεπής καθηγητής στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Παράλληλα, είχε εντρυφήσει από νωρίς στα δώματα της εξουσίας. Στο περιβάλλον του πατέρα του. Όμως, με το πέρασμα του καιρού και με τις αναμφισβήτητες μεγάλες του ικανότητες, με τη χάραξη συνολικής πολιτικής, κάτι που σπάνια είχε γίνει νωρίτερα στη χώρα, ο Ανδρέας διαφοροποιήθηκε, όχι μόνο από τους υπόλοιπους Έλληνες πολιτικούς, αλλά και από τον πατέρα του.

Ο Ανδρέας δεν ήταν ούτε Λένιν ούτε Στάλιν. Αγαπούσε και πίστευε τον Τρότσκι. Ήταν τροτσκιστής και γι’ αυτό κυνηγήθηκε την περίοδο του Μεταξά.

Δεν μιμήθηκε κάποιον. Είχε μια εκλεκτική πολιτική συγγένεια με τον Φρανσουά Μιτεράν. Αλλά αν θελήσουμε να βρούμε από ποιες ρίζες δημιουργήθηκε πολιτικά αυτό το πλάσμα, θα πρέπει να πάμε πολύ πίσω, στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Ο Ανδρέας δεν ήταν ούτε Λένιν ούτε Στάλιν. Αγαπούσε και πίστευε τον Τρότσκι. Ήταν τροτσκιστής και γι’ αυτό κυνηγήθηκε την περίοδο του Μεταξά.

Ξεκίνησε από το Χάρβαρντ και στη συνέχεια θα τον βρούμε υφηγητή, ομότιμο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο Nortwestern. Μετά στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Πιο αργά, θα τον βρούμε κοσμήτορα στην Οικονομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης και λίγο αργότερα στο Πανεπιστήμιο York του Καναδά. Μια τέτοια παιδεία δεν την είχε άλλος πολιτικός. Συνάμα, πρόλαβε πριν από την Αλλαγή να γίνει βουλευτής, υπουργός Προεδρίας, αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού, αρχηγός του ΠΑΚ, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το επόμενο βήμα, φυσικά και τελείως φυσιολογικά, ήταν να ανέβει στο ύπατο αξίωμα του πρωθυπουργού της χώρας.

Ανδρέας Παπανδρέου: 30 χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού»
Έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας, συντρίβοντας το απολιθωμένο άγαλμα μιας πολιτικής παράταξης που ταπείνωσε τους Έλληνες. (ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ Α.Ε./ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΡΡΗΚΩΣΤΑΣ)

Τον Ανδρέα τον συγκίνησε, όπως αναφέραμε, η φλογερή προσωπικότητα του Τρότσκι. Περισσότερο από την πολιτική του φυσιογνωμία και λιγότερο από τις όχι κατασταλαγμένες ιδέες του.

Ο Ανδρέας δεν έγινε καθηγητής με εύκολο τρόπο. Για να σπουδάσει στα ανώτερα πανεπιστήμια, χρειάστηκε στις ελεύθερες ώρες του, όσες ήταν, να καθαρίζει τζάμια σε διάφορες συνοικίες της Νέας Υόρκης.

Ο Ανδρέας γνώριζε πάρα πολύ καλά πόσα χτυπήματα είχε δεχτεί η Ελληνική Δημοκρατία στα 30 προηγούμενα χρόνια και με τι σκανδαλώδη τρόπο κυβερνιόταν η Ελλάδα. Γνώριζε επίσης τον τρόπο που παζαρεύτηκε η χώρα μας, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στη Μέση Ανατολή, και τι ακριβώς σημαίνει το «Ανήκομεν εις την Δύσιν».

Σε μένα, που ως απλός δημοσιογράφος παρακολουθούσα τις εξελίξεις λίγο μετά την άνοδο του Ανδρέα στην εξουσία, τη μεγαλύτερη εντύπωση την προξένησε η απίστευτη συνέντευξη που έδωσε σε δύο μεγάλους Αμερικανούς δημοσιογράφους-κόρακες, που ήρθαν από ένα πολιτικό δίκτυο για να τον συντρίψουν. Έγινε το ακριβώς αντίθετο. Περνώντας στην επίθεση, δεν τους άφησε να βγάλουν λέξη!

«Δεν είναι φτωχή η Ελλάδα. Οι Έλληνες είναι φτωχοί. Τον Έλληνα αγρότη τον θεωρώ το μεγαλύτερο θύμα της ντόπιας εκμετάλλευσης». Τότε πρωτομίλησε για μεσάζοντες και για τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής.

Στο βιβλίο του «Η Ελλάδα στους Έλληνες», που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1976 στην Αθήνα, ο Παπανδρέου είχε γράψει κάτι πολύ τολμηρό: «Δεν είναι φτωχή η Ελλάδα. Οι Έλληνες είναι φτωχοί. Τον Έλληνα αγρότη τον θεωρώ το μεγαλύτερο θύμα της ντόπιας εκμετάλλευσης». Τότε πρωτομίλησε για μεσάζοντες και για τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής. Τότε είπε: «Οι επιδοτήσεις είναι μπαλώματα που δεν πρόκειται να λύσουν ποτέ το πρόβλημα του αγρότη».

Για την εξωτερική πολιτική είχε γράψει, πάλι προφητικά: «Κάθε υποχώρηση στην τουρκική πρόκληση ανοίγει τον δρόμο για παραπέρα υποχωρήσεις. Τελικά ανοίγει τον δρόμο για σύγκρουση, που θα στηρίζεται σε κακή πληροφόρηση του αντιπάλου και χωρίς τη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος στην πατρίδα για την προάσπιση της εθνικής μας ακεραιότητας και ταυτότητας».

Πάλι για τα ελληνοτουρκικά. Πάλι προφητικά: «Γιατί συρόμεθα; Τώρα συρόμεθα σε επαφές που ενισχύουν την επιθετικότητα της Τουρκίας και εμάς μας δίνουν πιστοποιητικά καλής διαγωγής και μας προετοιμάζουν για νέα υποχώρηση. Το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να προσδιορίσουμε δημόσια τα ανυποχώρητα όριά μας. Να ξέρει ο ελληνικός λαός τι δεν θα δώσουμε ποτέ».

Βεβαίως, στο διάστημα των πρώτων χρόνων υπήρξαν και οι γνωστές δημαγωγικές εξάρσεις: Έξω οι Βάσεις, έξω το ΝΑΤΟ, έξω η CIA από την Ελλάδα.

To 1992 εκδόθηκε το βιβλίο του «Η Ελλάδα στις νέες εξελίξεις». Ένας άλλος Ανδρέας, μετά την οκταετή διακυβέρνηση της χώρας. Μιλάει για τη Νέα Εποχή. Προειδοποιεί για την κατάρρευση των καθεστώτων του Υπαρκτού Σοσιαλισμού και για το τι θα γίνει όταν οι ταλαντώσεις του εκκρεμούς σταματήσουν πάνω από τα Βαλκάνια. «Πρέπει να βιαστούμε για να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος. Η συμμετοχή της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η νομισματική ένωση είναι δύσκολη. Οι προϋποθέσεις είναι σκληρές. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή».

Αναφερόμενος στη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, που τη θεωρεί σχεδόν αποκλειστικά έργο της Γερμανίας, σαρκάζει: «Μόνο σ’ αυτήν την περίπτωση κατόρθωσε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παραμείνει τελείως ενωμένη»!

Ειρωνεύεται, όμως, ταυτόχρονα την κοινή εξωτερική πολιτική της ΕΟΚ. Αναφερόμενος στη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, που τη θεωρεί σχεδόν αποκλειστικά έργο της Γερμανίας, σαρκάζει: «Μόνο σ’ αυτήν την περίπτωση κατόρθωσε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παραμείνει τελείως ενωμένη»!

«Αδυναμία, το όνομά σου είναι γυναίκα»

Αυτό το είπε ο Σέξπιρ. Ναι, αλλά ο Ανδρέας το τίμησε. Αγάπησε τις γυναίκες και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα πάθη στη ζωή του. Ας κάνουμε μια περιήγηση, από τα νεανικά του χρόνια μέχρι τη Δήμητρα.

Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Χριστίνα Ρασιά, η οποία έγραψε βιβλίο με κακεντρέχεια, λέγοντας περίπου πως ο Ανδρέας ήταν ανίκανος. Η Ιστορία δεν τη δικαίωσε.

Ο Θανάσης Λάλας ρώτησε κάποτε από το «Βήμα» τη Δήμητρα αν ο Ανδρέας αγάπησε κάτι πιο πολύ από την πολιτική, και η Δήμητρα του απάντησε με σιγουριά, αλλά γελώντας: «Τη γυναίκα!»

Με τη Χριστίνα Ρασιά παντρεύτηκε στη Νέα Υόρκη, το 1940. Με τη Μαργαρίτα Τσανγκ τον Αύγουστο του 1951 και με τη Δήμητρα Λιάνη στις 13 Ιουλίου του 1989. Από τον γάμο του με τη Μαργαρίτα απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Γιώργο, τη Σοφία, τον Νίκο και τον Ανδρίκο. Ο Ανδρέας αναγνώρισε ένα ακόμα παιδί του, την Εμίλια, καρπό της σχέσης του με τη Σουηδέζα ηθοποιό Ράγκνια Νίμπλουμ.

Αν και η εξουσία είναι το ισχυρότερο αφροδισιακό, ο Ανδρέας δεν αναζήτησε μέσα από τέτοιες ατραπούς τη δικαίωσή του σε σχέση με τις γυναίκες. Δεν είχε την τυπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου, που υπήρξε ένας άριστος σύζυγος, με τη Μαρία Κατελούζου, της οποίας ο θάνατος τον συνέθλιψε. Στον δεύτερο γάμο του με την Έλενα Σκυλίτση, στας δυσμάς του βίου του, κυριάρχησε η αφοσίωση, η στοργή, η τρυφερότητα και ίσως και η οικονομική άνεση της Έλενας.

Ο Ανδρέας δεν είχε την αυστηρότητα της προσωπικής ζωής του Καραμανλή. Για τον Καραμανλή γνωρίζουμε μόνο τον γάμο του με την Αμαλία Μεγαπάνου, μια καλλονή, και τη δεύτερη σχέση του με ένα μοντέλο, τη Μαρίνα Δημητροπούλου, στο Παρίσι, χωρίς να έχουμε μάθει ποτέ ιδιαίτερες λεπτομέρειες.

Δεν είχε επίσης τη στατικότητα του Μητσοτάκη, για τον οποίον, εκτός από τον ευτυχισμένο γάμο του με τη Μαρίκα, μάθαμε για μία μόνο περιπέτεια, όπου ο Μητσοτάκης εμφανίζεται εξίσου «ξενέρωτος» στη συμπεριφορά του όσο και στην κοινωνική του συμπεριφορά.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αφηνόταν με τόλμη. Όχι μόνο με τις γυναίκες που παντρεύτηκε, αλλά και με αυτές που έζησε ένα μικρό διάστημα μαζί τους. Είμαι υποχρεωμένος, τώρα πια, να πω τη γνώμη του Ανδρέα για τις γυναίκες της ζωής του. Για τη Χριστίνα Ρασιά έλεγε πως ήταν μια αξιολογότατη κοπέλα, όμως οι επαγγελματικές του επιδιώξεις δεν τους επέτρεπαν να ζουν στην ίδια πόλη και έτσι αποφάσισαν τον χωρισμό.

Τη Μαργαρίτα τη γνώρισε στη Μινεσότα. Υπήρξε μια μεγάλη και παρατεταμένη ευτυχισμένη περίοδος μεταξύ τους. Η Μαργαρίτα περιγράφει αυτά τα χρόνια με καθαρή διάθεση και με ειλικρίνεια. Είχαν γνωριστεί και ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Υπήρξε ένας χωρισμός. Η Μαργαρίτα προσπαθεί, δουλεύοντας και σπουδάζοντας, να τον ξεχάσει, αλλά φαίνεται πως δεν μπορεί, αφού όταν πηγαίνει στα ελληνικά εστιατόρια στην Ουάσινγκτον, παραγγέλνει πάντα τα ελληνικά φαγητά που τις είχε μάθει ο Ανδρέας και έβαζε στο juke box τα ελληνικά τραγούδια που τους ένωσαν: «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες» και «Ένα βράδυ που ’βρεχε». Συναντήθηκαν ξανά, όλως τυχαίως, στη Μινεάπολη. Σε έναν περίπατο συναντήθηκαν τυχαία. Αυτός τη φώναξε με το όνομά της. Η κατάσταση πήρε να αναθερμαίνεται, όχι όμως καθοριστικά. Η Μαργαρίτα παντρεύεται στις 14 Ιουλίου του 1950 και το Πάσχα του 1951 χωρίζει. Από ένα απόκομμα εφημερίδας που έγραφε για τον Γέρο της Δημοκρατίας Γεώργιο Παπανδρέου, ξαναβρήκαν επαφή.

Ανδρέας Παπανδρέου: 30 χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού»
Ευρωμπάσκετ 1987. Πανηγυρισμοί στις κερκίδες μαζί με τους Χρήστο Σαρτζετάκη, Μαργαρίτα Παπανδρέου, Αγγέλα Κοκκόλα και Μελίνα Μερκούρη. (Actionimages)

«Η Δήμητρα έχει κάτι από τον Μάη του ’68…»

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στο γέρμα της ζωής του, γνώρισε τη Δήμητρα Λιάνη. Επαναλαμβάνοντας μια φράση του Ντε Γκολ για την Μπριζίτ Μπαρντό, έλεγε: «Η Δήμητρα έχει κάτι από τον Μάη του ’68, αλλά πρέπει να το διατηρήσει».

Η Δήμητρα ήταν ερωτευμένη μαζί του από την εφηβεία της. Ήταν εθελόντρια αφισοκολλήτρια στις προεκλογικές περιόδους. Στάθηκε απέναντί του άξια, από τη μεγάλη της, όμως, ανασφάλεια, δεν πίστευε μόνο στη θρησκεία, στον Χριστό και στην Παναγία, αλλά και στους παπάδες και στους αστρολόγους και στις ξεματιάστρες, δημιουργώντας μια σύγχυση. Είναι μύθος ότι ανακατευόταν σε κάποια σημαντικά πολιτικά γεγονότα και ότι επηρέαζε τον Ανδρέα.

Η συμπεριφορά της στα δραματικά γεγονότα του Χέρφιλντ και του Ωνασείου αργότερα ήταν άκρως συγκινητική. Ο Γιακούμπ είναι αυτός που είπε στον Ανδρέα: «Αυτό το πρόσωπο, κύριε Πρόεδρε, είναι το καλύτερο φάρμακο για τα επόμενα χρόνια».

Λίγο πριν αναχωρήσουν από το Λονδίνο για την επιστροφή στην Ελλάδα, ο Ανδρέας διαμήνυσε μέσω του Δημήτρη Μαρούδα να στείλει την είδηση ότι η Δήμητρα θα είναι πλέον μόνιμη και νόμιμη στο πλευρό του. Το θρυλικό νεύμα που εντυπωσίασε τον ελληνικό και ξένο Τύπο, αλλά και όλους τους Έλληνες, ήταν σχεδιασμένο στη σουίτα του ξενοδοχείου του «Γκρόζβενορ Χάουζ» από τον ίδιο τον Ανδρέα, επειδή η Δήμητρα επέμενε να βγει ταυτόχρονα μαζί του στη σκάλα του αεροπλάνου.

Πώς κατέκτησε τον Ανδρέα ένα τέτοιο πρόσωπο; Η μέθη της νιότης, η μέθη της φιλίας και, γιατί όχι, η μέθη της ηδονής, που είναι τόσο παρεξηγημένη στις μέρες μας. Η ανασφάλειά της, τόσο δικαιολογημένη από αυτά που ζούσε, την οδηγούσε και σε ατραπούς που δεν ταίριαζαν στην Πρώτη Κυρία της χώρας. Όμως υπήρξε πιστή και αφοσιωμένη. Αγαπούσε τους ανθρώπους, μα, πάνω απ’ όλα, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο, υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος για πολλούς «εκλεκτούς» του ΠΑΣΟΚ, που φρόντιζαν να τροφοδοτούν τα ΜΜΕ με ανύπαρκτα σκάνδαλα.

Μεγάλος έρωτας του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξε η Βάσω Παπανδρέου τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ένας αληθινός έρωτας με έντονο πάθος. Η Βάσω είχε πει: «Ήμουν γοητευμένη από την αρχή και, φυσικά, με το πέρασμα του χρόνου τον ερωτεύτηκα». Είναι αληθές ότι η Βάσω κράτησε με αξιοπρέπεια αυτή τη σχέση στη μυστικότητα που άρμοζε για πάρα πολλά χρόνια. Από κάποιο σημείο και μετά, περιορίστηκε σε μια βαθιά σιωπή.

Ανδρέας Παπανδρέου: 30 χρόνια από τον θάνατο του «Τελευταίου Αρχηγού»
Λίγο πριν αναχωρήσουν από το Λονδίνο για την επιστροφή στην Ελλάδα, ο Ανδρέας διαμήνυσε μέσω του Δημήτρη Μαρούδα να στείλει την είδηση ότι η Δήμητρα θα είναι πλέον μόνιμη και νόμιμη στο πλευρό του. (AP Photo/Aris Saris)

Ο φαραώ

Όταν ο Κρεμαστινός είδε για πρώτη φορά τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον εξέτασε, του είπε: «Κύριε Πρόεδρε, πρέπει να φύγουμε αμέσως για το Λονδίνο». Ο Ανδρέας βρέθηκε με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, με βουλωμένες βαλβίδες και στο νοσοκομείο «St. Thomas», όπου τον έψαχναν απεγνωσμένα οι Έλληνες ανταποκριτές, συναντήθηκε τυχαία με την απεσταλμένη της «Ελευθεροτυπίας» Λένα Παγώνη, «πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, καταβεβλημένος, ωχρός, με μάτια που έμοιαζαν να ζητούν κουράγιο». Έτσι τον περιγράφει.

Κι όταν η εμβρόντητη δημοσιογράφος τον ρώτησε «Κύριε Πρόεδρε, τι κάνετε;» απάντησε: Τι να κάνω; Βλέπεις και μόνη σου.

– Μια χαρά σας βλέπω.

– Τι μια χαρά;…

– Πείτε μου πώς αισθάνεστε.

– Ακολουθώ την πορεία μου.

Μνημειώδης αυτή η φράση. Στην Ελλάδα είχε γίνει το σώσε. Όλοι έγραφαν για την καρδιά, το συκώτι, τα νεφρά, τους πνεύμονες, επινοώντας δικές τους διαγνώσεις. Μια δημοσιογραφική απληστία. Ένας έφτασε να ρωτήσει τον Τηλέμαχο Χυτήρη εάν ο Πρόεδρος πάσχει από AIDS. Ήμουν εκεί.

Οι γιατροί αποφάσισαν να περάσει ένα χρονικό διάστημα ενός μήνα, για να αδυνατίσει. Και αμέσως μετά να τον μεταφέρουν στο «Χέρφιλντ», για να χειρουργηθεί από τον Γιακούμπ. Η διάγνωση των Άγγλων γιατρών ήταν ακριβώς ό,τι είχε διαγνώσει και ο Κρεμαστινός. Ο Γιακούμπ επιλέχθηκε αφού πρώτα υποδείχθηκαν 10-15 άλλα πρόσωπα. Ο Κούλεϊ ήταν το μεγάλο αστέρι. Ο Αιγύπτιος Μαγκντί Γιακούμπ είχε τη νηφαλιότητα ενός φαραώ.

Όταν ο Γιακούμπ είδε τις εξετάσεις του Παπανδρέου είχε τις επιφυλάξεις του. Ο Τηλέμαχος Χυτήρης, σύζυγος της Μαρίας Φαραντούρη, αποδείχθηκε το κατάλληλο πρόσωπο, στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή. Αυτός είχε αναλάβει την ενημέρωση των δημοσιογράφων. Ο Χυτήρης, με κάπως τυπικό και ξηρό ύφος, κατάφερε να φέρει γαλήνη σε αυτές τις συζητήσεις.

Η 3η Σεπτεμβρίου 1989, ημέρα γενεθλίων του ΠΑΣΟΚ, ήταν μια μέρα κρίσιμη, τόσο για τον Ανδρέα όσο και για τη Δήμητρα. Ο Ανδρέας έκανε τότε μια νύξη στον Δημήτρη Μαρούδα: «Η Δήμητρα θα είναι πλέον από εδώ κι εμπρός μόνιμη και νόμιμη».

Ο Ανδρέας πήγε στο «Χέρφιλντ», παλιό βικτωριανό κτίσμα σε μια περιοχή βορειοδυτικά του Λονδίνου. Εκεί ο Γιακούμπ είχε φήμη όση και οι πυραμίδες. Ο «φαραώ» χειρουργούσε και ξανάδινε ζωή σε μελλοθάνατους απ’ όλα τα μέρη της Γης. Ο ιατρικός φάκελος του Ανδρέα είχε το όνομα «Ανδρέας Αντερσον». Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο Ανδρέας, απηυδισμένος είπε: «Το γοργόν και χάριν έχει». Και, έτσι, αποφασίζει να χειρουργηθεί από τον Γιακούμπ. Το ίδιο βράδυ, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος βραβεύτηκε με το Αργυρό Βραβείο στο Φεστιβάλ της Βενετίας για την ταινία του «Τοπίο στην Ομίχλη».

Η εγχείρηση που έκοψε την ανάσα ολόκληρης της Ελλάδας έγινε στο «Χέρφιλντ», στις 30 Σεπτεμβρίου του 1988. Η ξηρή διατύπωση έλεγε: «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας υπεβλήθη σήμερα σε εγχείρηση αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας με ανθρώπινη βαλβίδα. Αυτό συνδυάστηκε με τρία μπάι-πας και αποκατάσταση της μίας πάσχουσας στεφανιαίας αρτηρίας για τη βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας. Η εγχείριση, η οποία άρχισε σήμερα το μεσημέρι, διήρκεσε επτά ώρες. Η ομάδα των ιατρών που πραγματοποίησε την επέμβαση είναι ευχαριστημένη με τη μέχρι τώρα εξέλιξη του ασθενούς».

O Παπανδρέου δεν φοβόταν. Είχε απέραντη εμπιστοσύνη στους γιατρούς. Τον μεγαλύτερο ρόλο τον έπαιξε η ψυχραιμία του Γιακούμπ που τον επισκεπτόταν και εξηγούσε στον Πρόεδρο και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τον ξενάγησε στην Εντατική, έφερε τη φυσικοθεραπεύτρια και του εξήγησε πώς θα αναπνέει και πώς θα βγάζει τα φλέματα. Με τον τρόπο του, έδειξε στον Παπανδρέου πως όλα ήταν μια υπόθεση ρουτίνας. Ο «φαραώ» ήταν τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, ώστε λίγο πριν από την εγχείρηση πήγε στο δωμάτιο του Ανδρέα, τον σήκωσε από το κρεβάτι, τον πήγε στο παράθυρο και του είπε δείχνοντάς του την αυλή: «Εδώ θα σε περιμένω του χρόνου τέτοια εποχή, Ανδρέα, για να τρέξεις σαν ένας απλός άνθρωπος, μαζί με τους άλλους εγχειρισμένους από καρδιά, που δημιουργούν παράδοση κάνοντας τζόκινγκ σ’ αυτόν τον κήπο». Ο Ανδρέας γελώντας του απάντησε: «Σ’ το υπόσχομαι».

Η Δήμητρα έμεινε τις τελευταίες 48 ώρες άυπνη στο πλευρό του. Συχνά έκλαιγε κι έπαιρνε ηρεμιστικά. Του Ανδρέα δεν του ξέφευγε τίποτα. Καταλάβαινε ακόμα κι αν είχες δακρύσει. Και της έλεγε: «Γιατί είσαι κλαμένη; Μη φοβάσαι. Είμαι εγώ πλάι σου».

Όταν το φορείο μετέφερε τον Ανδρέα προς το χειρουργείο, στον διάδρομο ακολουθούσαν τρία πρόσωπα: η Δήμητρα, ο Μαρούδας και ο Ζιάγκας. Η Δήμητρα ομολογεί στο βιβλίο της: «Έτσι όπως βαδίζαμε στο διάδρομο και γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα μικρό ενδεχόμενο ο Ανδρέας να μη βγει ζωντανός, ήθελα κάτι δικό του. Ήθελα κάτι δικό του για πάντα κοντά μου. Του ζήτησα λοιπόν να μου γράψει δυο λόγια υπόσχεσης ζωής. Εκεί είναι που μου έγραψε αυτό το μικρό σημείωμα, που πήρε θρυλικές διαστάσεις και που δεν έλεγε τίποτε περισσότερο από το απλούστερο πράγμα του κόσμου: Θα ζήσω γιατί σ’ αγαπώ…».