Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χαμηλοί πραγματικοί μισθοί, αυξημένο κόστος ζωής, πολύωρη εργασία και επίμονες κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τους Έλληνες πολίτες, παρά τη βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών, όπως καταγράφει η Ετήσια Έκθεση 2026 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Η πλήρης έκθεση έχει αναρτηθεί στις ιστοσελίδες της ΓΣΕΕ και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Τα βασικά στοιχεία της έκθεσης:

  • Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ σε σύγκριση με το 2021 παραμένει μειωμένος κατά 1,3%.
  • Την ίδια στιγμή, οι αποδοχές σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα. Στην εκπαίδευση, στη δημόσια υγεία, στην κοινωνική μέριμνα, στην εστίαση και στο εμπόριο, τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν κάτω από εκείνα του 2009, παρά τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.
  • Η Ελλάδα εξακολουθεί επίσης να καταγράφει από τις υψηλότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη. Οι εργαζόμενοι στο εμπόριο απασχολούνται κατά μέσο όρο 42,3 ώρες την εβδομάδα, στη μεταποίηση 41,7 ώρες και στον πρωτογενή τομέα 47,1 ώρες, χωρίς οι επιπλέον ώρες εργασίας να μεταφράζονται σε αντίστοιχα υψηλότερες αποδοχές.
  • Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η εργασία δεν λειτουργεί ως «ασπίδα» απέναντι στη φτώχεια. Η φτώχεια των εργαζομένων παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση ή διαθέτουν χαμηλό και μεσαίο μορφωτικό επίπεδο.
  • Τα ελληνικά νοικοκυριά ασφυκτιούν. Το 34,9% των οικογενειών με εξαρτώμενα παιδιά έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Σημαντικό παραμένει και το πρόβλημα της ανεργίας. Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους (55,8%) βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, με τις γυναίκες και τους νέους να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά αποκλεισμού από την απασχόληση. Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ γυναίκες, νέοι και άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην ένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου η αγοραστική δύναμη

Η έκθεση αποδίδει τα προβλήματα αυτά σε βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Παρότι το πραγματικό ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται και το 2025, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ έναντι 51,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό στην αγορά κατοικίας, ενώ οι καθαρές εξαγωγές εξακολουθούν να είναι αρνητικές, υποδηλώνοντας τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές.

Με βάση τα ευρήματα της έκθεσης, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα και η αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκούν για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών. Όπως τονίζεται, απαιτείται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται σε παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ενίσχυση της βιομηχανίας, αύξηση των πραγματικών μισθών και δημιουργία ποιοτικότερων θέσεων εργασίας, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να μεταφραστεί σε ουσιαστική κοινωνική σύγκλιση με την Ευρώπη.