Το Κυνηγόσκυλο, γραμμένο το 1978, το έκτο στη σειρά μυθιστόρημα του ΝτεΛίλο, κυκλοφόρησε πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε απαιτητική μετάφραση του Αποστόλη Πρίτσα.
Μια φήμη κυκλοφορεί έντονα: η ύπαρξη μιας μπομπίνας, μια πορνοταινία γυρισμένη στα υπόγεια του αρχηγείου των ναζί, με πρωταγωνιστή τον Αδόλφο Χίτλερ. Φήμη ικανή να προκαλέσει ντελίριο ενδιαφέροντος σε συλλέκτες τέχνης, συνωμοσιολόγους, μαικήνες του πορνό και στελέχη μυστικών υπηρεσιών – τα θολά ύδατα θα ανακινηθούν.
Ο κόσμος ελάχιστα έχει μεταβληθεί από τότε στον πυρήνα του και η παραδοξότητα αυτή πηγάζει από τη διάχυση της συνωμοσιολαγνείας, την επικράτησή της στα υψηλά στρώματα εξουσίας και διοίκησης, αλλά και το Κακό, σε όποια μορφή, τη δόξα, την εξουσία, το χρήμα, το σεξ. Ο συγγραφέας διαθέτει αυξημένη οξυδέρκεια, ιδιαίτερα ευαίσθητες κεραίες λήψης της πραγματικότητας, ζει και δημιουργεί πέρα από το προφανές και την επιβεβλημένη μονοσημία, χρησιμοποιεί τον κόσμο ως πρώτη ύλη. Η ομοιότητα αφαιρεί την έτσι κι αλλιώς προβληματική χρήση του επιθέτου προφητικός. Ο ΝτεΛίλο δεν είδε το μέλλον, αλλά το παρόν. Αφήνω εδώ το όνομα του Τζέφρι Έπστιν να αιωρείται.
Ο ΝτεΛίλο περνάει καλά μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, το κωμικοτραγικό γλέντι, το μαύρο χιούμορ επίσης, όταν κανείς δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να σατιρίσει και να γελάσει, έστω και αν η επίγευση είναι πικρή, πικρότατη. Ο Χίτλερ πρωταγωνιστής σε μια ταινία πορνό, το απόλυτο κακό πρωταγωνιστής σε ένα όργιο.
Η ύπαρξη και μόνο της φήμης είναι αρκετή για να κινητοποιήσει μια σειρά από μηχανισμούς. Μηχανισμοί υπόγειοι, παράλληλοι, αδιόρατοι, πλην όμως παρόντες.

Ένα παράλληλο αναγνωστικό ενδιαφέρον, πέραν του ίδιου του βιβλίου και της απόλαυσης που αυτό μεμονωμένα χαρίζει, είναι η αναζήτηση και εύρεση κοινών στοιχείων, μοτίβων και τεχνικών που συνέχουν το συνολικό κόρπους ενός συγγραφέα σημαντικού.
Το πλέον εμφανές, και κατά τη γνώμη μου σημαντικό, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο, την επιβράδυνση και την επιτάχυνσή του, έναν τρόπο μοναδικό, που ίσως μόνο ο κινηματογράφος είναι σε θέση να πετύχει.
Η απόκτηση της ταινίας αποτελεί τον αυτοσκοπό των προσώπων της πλοκής, το έντονο φως του προβολέα που στρέφει ο συγγραφέας/αφηγητής εντείνει το τριγύρω σκοτάδι, λες και ο έξω κόσμος έχει παυθεί, έχει ακινητοποιηθεί, η ψυχρότητα του ανατομικού εργαστηρίου, η υποδόρια αίσθηση, αλλά και η αληθοφάνεια, αυτός ο αλλόκοτος ρεαλισμός που χαρακτηρίζει το έργο του.
Η τελική αίσθηση που έχει ο αναγνώστης είναι το υπερβολικό, το ακραίο, το αδιανόητο, που χτίζεται με αυστηρότητα, με ακρίβεια, με ανατομική διάθεση. Η δωρικότητα αυτή του ΝτεΛίλο, που στις νουβέλες της τελευταίας περιόδου έφτασε στο αποκορύφωμά της, διαπνέει (και) αυτό το φαντασμαγορικό, παλπ μυθιστόρημα.
