«Λέγε με Ισμαήλ». Λίγοι έχουν διαβάσει όλο το έπος «Μόμπι Ντικ», των 900 και κάτι σελίδων στις ελληνικές μεταφράσεις του, περισσότεροι έχουν διαβάσει κάποιες συνοπτικές, παιδικές ή εφηβικές διασκευές του – στα δικά μου παιδικάτα υπήρχαν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» που συμπύκνωναν την εκτενή αφήγηση του Χέρμαν Μέλβιλ σε 50-60 σελίδες, ή εκείνες οι περιληπτικές αποδόσεις της «Αγκυρας». Ακόμα περισσότεροι έχουν δει ταινίες ή animation διασκευές του φονικού ταξιδιού του πλοίου Πίκουοντ και του καπετάνιου Αχαάβ στην άβυσσσο της εκδίκησης. Αλλά αυτή την εναρκτήρια φράση του βιβλίου, το «Λέγε με Ισμαήλ», ίσως την ξέρουν οι πάντες, ακόμα κι αν αγνοούν ότι είναι ο αφηγητής της παράξενης φαλαινοθηρικής περιπέτειας του Μέλβιλ, ο μόνος επιζών από το μοιραίο κυνήγι της θριαμβεύτριας λευκής φάλαινας φυσητήρα, σωσμένος από έναν φορέα θανάτου, ένα φέρετρο.
«Λέγε με Ισμαήλ». Μια εμβληματική σύσταση που δεν απεικονίζεται σε κάποια εναρκτήρια κινηματογραφική σεκάνς ή ένα καρέ εικονογραφημένης αφήγησης, σαν το “Για κάποιο διάστημα κοιμόμουν νωρίς” με το οποίο ξεκινά ο Προυστ το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», για να μην πάμε στον Ομηρο με το «Ανδρα μοι έννεπε» της «Οδύσσειας» ή το «Μήνιν άειδε θεά» της «Ιλιάδας». Οι εναρκτήριες φράσεις των μεγάλων αφηγήσεων δεν είναι λέξεις. Είναι τα κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα ενός ολόκληρου κόσμου. Λες και χωρίς αυτές αυτός ο κόσμος δεν θα υπήρχε.
Κι όμως, στη διασκευή του Γάλλου κομίστα Christophe Chaboute, ένα ασπρόμαυρο, ολιγόλογο αριστούργημα που έφερε στα ελληνικά η «Χαραμάδα» του φίλου Νεκτάριου, δεν υπάρχει η φράση αυτή. Υπάρχει μόλις στο τέλος, στη σελίδα 256 της εξαιρετικής έκδοσης. Διόλου τυχαία, κατά τη γνώμη μου. Το πρώτο καρέ που επιλέγει ο Chaboute είναι η φιγούρα ενός χορταριασμένου μονοπατιού, που όπως ανακαλύπτουμε στα επόμενα καρέ το διασχίζει μια ανθρώπινη φιγούρα με ένα δισάκι στον ώμο, κάπου κοντά σε θάλασσα, όπως προδίδουν οι γλάροι των επόμενων καρέ. Κι ύστερα, αρχίζει η αφήγηση, από το «Πανδοχείο του Φυσητήρα» μέχρι τον «Επίλογο» του επιπλέοντα πάνω στο ξύλινο κιβούρι Ισμαήλ, αν λεγόταν πράγματι έτσι. Ετσι, το εξαιρετικό κόμικ του Chaboute υπογραμμίζει εξαρχής κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ότι το βιβλίο των 256 σελίδων με τα εκατοντάδες οριζόντια και κάθετα καρέ, με τους περιορισμένους διαλόγους, τα γωνιώδη και πάντα βλοσυρά πρόσωπα, με τις άγριες εικόνες φαλαινοθηρίας που εγκλωβίζουν τους ήχους του θαλάσσιου μακελειού σε πηχτούς πίδακες μαύρου αίματος και άσπρων κυμάτων, δεν είναι μια «εικονογραφημένη διασκευή», αλλά ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό έργο υπό τον τίτλο «Herman Mellville, ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ ή Φάλαινα».
Ενα το έπος του Melville, άλλο το έπος του κομίστα Chaboute, αλλά κι ένα ακόμα, διόλου αναγνωρισμένο, υπόρρητο, ή εντελώς άηχο το έπος του εκδότη, που δεν σκυλοπνίγεται σε ωκεανούς με φάλαινες, αλλά σε θάλασσες με χρέη. Γνωρίζω τον Νεκτάριο περίπου 20 χρόνια, ίσως παραπάνω. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί, ένα ακάματο εργαστήριο ιδεών, μια «καθετοποιημένη» εκδοτική μονάδα μόνος του, σπινθηροβόλα γραφή κι ο ίδιος, και με μια ιδιαίτερη ικανότητα να επιλέγει το ξεχωριστό. Εχει υλοποιήσει πανέξυπνες εκδοτικές ιδέες, κατά μόνας ή συνεταιριστικά (μιαν από αυτές, στην οποία συνυπήρξαμε, ακόμη προσπαθούμε να την ξεχάσουμε, διότι στα συνεργατικά σχήματα κι ένας μαλάκας φτάνει για να τους πάρει όλους στον πάτο, όπως ο Αχαάβ το πλήρωμά του, το ορκισμένο στο «Θάνατος στον Μόμπι Ντικ!»), έχει το όμορφο βιβλιοπωλείο «πίξελbooks» στην Πάτρα, έχει πάρει μεγάλα ρίσκα και –μαντέψτε!– δεν έχει γίνει πλούσιος! Αντιθέτως, επιβεβαιώνει κι αυτός τον θλιβερό κανόνα ότι η επιχειρηματική επιτυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη της δημιουργικότητας. Και ειδικά στην εκδοτική αγορά η επιβίωση είναι συνάρτηση της αρπακτικότητας και της κερδοσκοπικής δεινότητας, όχι της πνευματικότητας, της καλλιτεχνικής δεξιότητας, του σεβασμού στους δημιουργούς.
Εκεί, στον ωκεανό του εκθειαζόμενου ανταγωνισμού, η επιβίωση μοιάζει με τη μάχη που δίναν τα επιβλητικά θαλάσσια κήτη για να γλιτώσουν από τη βιομηχανική φαλαινοθηρία του 19ου και του 20ού αιώνα, κυνηγημένα για το λίπος τους, το σπαρματσέτο, τις μπαλένες, την άμβρα τους. Εκατομμύρια φάλαινες εξοντώθηκαν από τότε που γράφτηκε ο «Μόμπι Ντικ», αλλά ακόμα και σήμερα, που εικονογραφήθηκε έξοχα από τον κομίστα Chaboute, 100.000 φάλαινες εξοντώνονται κάθε χρόνο, παρά την υποτιθέμενη απαγόρευση.
Για τον διωγμό, τον αφανισμό ή την απαλλοτρίωση της επινοητικότητας, δημιουργικότητας και ευφυΐας των μικρών από τους Αχαάβ της αρπακτικής αγοράς δεν υπάρχει απαγόρευση, ίσα ίσα, εκεί η αρπαγή είναι ο νόμος.
Ελπίζει κανείς, καμιά φορά, να βρίσκεται κανένας σπάνιος, αλμπίνος Μόμπι Ντικ να πάρει μερικούς Αχαάβ μαζί του, στο απέραντο θαλάσσιο ενδιαίτημά του.
Λέγε με Ισμαήλ, λέγε με Νεκτάριο, λέγε με Γιάννη, πες με όπως θες.
💬 Θεωρίες για την υπεραξία
Μου έφερε ένα σπασμένο μπουκάλι στον λαιμό
Τι μου δίνεις για να μη σε σφάξω μού ’πε
Τι μου δίνεις να μην με σφάξεις του απάντησα
Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, «Λίγες ανάσες κι ένας φόβος» (εκδ. «Χαραμάδα»)
[email protected], kibi-blog.blogspot.com
