ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 2011 και δίχως να ξέρω πώς βρέθηκα ξάφνου εγκλωβισμένος στο βιβλίο του κυρίου Τσαλαπάτη «Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ». Ευτυχώς ο καιρός πέρασε, τα πράγματα ηρέμησαν και εγώ κατάφερα να συνεχίσω τη ζωή μου. Μέχρι που την τελευταία εβδομάδα ο κύριος Τσαλαπάτης είχε τη φαεινή ιδέα να με εγκλωβίσει εκ νέου σε δύο καινούργια κείμενα, τα κείμενα που βλέπετε εδώ. Μου υποσχέθηκε πως αυτή θα είναι η τελευταία φορά, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως κάτι τέτοιο ισχύει.

Κύριος Κρακ

Καληνύχτα κύριε Κρακ

Οταν ο κύριος Κρακ γύρισε στο σπίτι του είπε: Είναι αργά, τόσο αργά. Ας μη χασομερήσω. Αν δεν με πάρει ο ύπνος αμέσως, ποιος ξέρει πότε πια θα κοιμηθώ; Αυτά είπε και έπεσε για ύπνο. Και έπεσε για ύπνο με έναν τρόπο βιαστικό, ξέπνοο, όπως τρέχουμε να προλάβουμε το λεωφορείο. Επεσε για ύπνο και κοιμήθηκε. Εναν ύπνο που δεν ήξερε αν ήταν δικός του ή κάποιου άλλου.

Γιατί όταν ξύπνησε όλα έμοιαζαν ίδια. Το πρόσωπό του ήταν μουδιασμένο. Το κεφάλι του είχε αυτόν τον γλυκό πονοκέφαλο που έρχεται όταν κοιμηθούμε περισσότερο απ’ όσο συνηθίζουμε. Ολα έμοιαζαν ίδια. Αλλά δεν ήταν. Βλέπετε ο κύριος Κρακ είχε ξυπνήσει 100 χρόνια μετά.

Μάταια προσπαθούσε να καταλάβει τι έπαθαν τα ημερολόγια, τα ρολόγια, οι οθόνες. Ολα το επιβεβαίωναν. Βρισκόμαστε 100 χρόνια μετά. Αρχισε να τηλεφωνεί σε φίλους και γνωστούς. Τα τηλέφωνά τους κλειστά. Αλλα εκτός λειτουργίας. Πιο σπάνια κάποιος σήκωνε το τηλέφωνο. Κάποιο εγγόνι ή δισέγγονο. Απλώς για να επιβεβαιώσει. Βρισκόμαστε 100 χρόνια μπροστά.

Ολοι είχαν φύγει. Αλλά πέρα από αυτό τίποτα δεν είχε αλλάξει. Οι ίδιες βροχές πλημμύριζαν την πόλη, τα ίδια αμάξια πατούσαν τους πεζούς, οι ίδιες μέρες έπεφταν πάνω σε ίδιες μέρες.

Τώρα ο καιρός περνάει και ο κύριος Κρακ νιώθει μια ελαφρά μελαγχολία. Τι να κάνει σε έναν τελείως καινούργιο κόσμο; Και ειδικά όταν ο κόσμος αυτός είναι ακριβώς ο ίδιος; Δεν έχει κάποιον να μοιραστεί το πρόβλημά του. Και επίσης δεν έχει τίποτα να ανακαλύψει. Ολα ίδια.

Ας πέσει για ύπνο. Ας προσπαθήσει ξανά να κοιμηθεί. Ποιος ξέρει; Ισως βρεθεί 100 χρόνια πίσω. Ή έστω 100 χρόνια μετά. Ισως κάτι να έχει αλλάξει ή ίσως κάτι να είναι τελείως ίδιο.

Ο ύπνος είναι η τελευταία περιπέτεια που απέμεινε. Και δεν μπορούμε ποτέ πια να είμαστε σίγουροι τι θα συμβεί όταν ξυπνήσουμε.

Ο κύριος Κρακ και τα γκαρσόνια

Τα γκαρσόνια σιχαίνονται τον κύριο Κρακ. Οχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί ποτέ δεν αφήνει φιλοδώρημα. Είναι περίεργη η σχέση του κυρίου Κρακ με τον καφέ. Ποτέ του δεν τον απόλαυσε. Ούτε σε μια περίπτωση ιδανική όταν η ηδονή δεν θα ήταν μια υπερβολική διατύπωση.

Κι όμως πίνει καφέ κάθε μέρα. Ωκεανούς καφέ. Ενας δούλος του καφέ. Δούλος όμοιος με αυτούς που τον μάζευαν στις αχανείς φυτείες κάποτε (υπερβολές).

Αν το σκεφτούμε καλά, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί τα γκαρσόνια σιχαίνονται τον κύριο Κρακ. Είναι γιατί δεν αφήνει ποτέ του φιλοδώρημα. Δεν είναι κακός, απλώς ξεχνά, και είμαι ο τελευταίος που θα τον κατηγορήσει. Είναι φυσικό να ξεχνάς όταν κανείς δεν σε θυμάται.

Μα τώρα, αν κοιτάξετε λίγο προσεκτικότερα, θα δείτε πως κάτι αλλάζει. Και αλλάζει γιατί τα γκαρσόνια αρχίζουν να θυμούνται τον κύριο Κρακ. Και τον θυμούνται γιατί τον σιχαίνονται.

Τους καταλαβαίνει ο Κύριος Κρακ. Στην αρχή με έκπληξη, στη συνέχεια με θλίψη και τελικά με φόβο. Αρχίζει να αφήνει λεφτά. Η όψη τους του το υπενθυμίζει. Στην αρχή μικρά ποσά, στη συνέχεια σεβαστά ποσά και τελικά γενναία ποσά, προσπαθώντας να εξαγοράσει την ανωνυμία που κάποτε απολάμβανε. Περιφέρει το σημάδι του στιγματισμένος.

Προσπαθεί, μα όσο μεγαλύτερα ποσά αφήνει, τόσο λιγότερα φλιτζάνια πίνει. Και τώρα δεν έχει πια λεφτά για καφέ, μόνο για συμπάθεια. Περιφέρεται στα άδεια τραπέζια αφήνοντας φιλοδωρήματα, προσπαθώντας και μια πρωτόγνωρη υπνηλία τριγυρίζει το πρόσωπό του.

Δεν ήπιε ξανά καφέ ο κύριος Κρακ μα τα γκαρσόνια τον θυμούνται ακόμα. Και τον θυμούνται γιατί τον σιχαίνονται.