Υπάρχουν μέρες, που πριν ξεκινήσεις να γράφεις, νιώθεις πως πρέπει να περάσεις από έλεγχο αποσκευών. Ανοίγεις την τσάντα και κάποιος αόρατος υπάλληλος ψάχνει αν έχεις πάρει μαζί σου όλα τα απαραίτητα. Τις πολιτικές θέσεις, τη σωστή ευαισθησία, την υποχρεωτική αγανάκτηση, μια μικρή δόση ειρωνείας για να μη φανείς αφελής. Και στο βάθος, τυλιγμένη, η προσωπική σου φωνή, σαν ρούχο που πήρες μαζί «μήπως χρειαστεί». Και τελικά δεν το φοράς ποτέ.
Το βλέπω παντού τελευταία. Σε κείμενα, σε αναρτήσεις, σε συζητήσεις με παρέες. Μιλάμε σαν να έχουμε καταπιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη. Σαν να φοβόμαστε ότι αν σταθούμε λίγο παραπάνω σε έναν άνθρωπο, θα μας κατηγορήσουν ότι ξεχάσαμε το σύνολο. Και το σύνολο πι, μοιάζει σαν ένα τεράστιο δωμάτιο χωρίς καρέκλες.
Μέσα στην εβδομάδα, σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, άκουσα δυο αγνώστους να διαφωνούν για ένα βιβλίο. Ο ένας έλεγε πως «πιάνει όλα τα ζητήματα της εποχής». Ο άλλος, παίζοντας με ένα αντίτυπο στα χέρια του, είπε: «Ναι, αλλά δεν άκουσα κανέναν να βήχει». Άκου έκφραση! Δεν ξέρω αν ήταν δάσκαλος ή συγγραφέας ή κριτικός ή απλώς ένας κουρασμένος αναγνώστης που έχει βαρεθεί τις σωστές λέξεις. «Δεν ένιωσα κανέναν να βήχει». Δηλαδή, δεν ένιωσα ζωή πραγματική, ανθρώπους να ντρέπονται, να ιδρώνουν, να ψάχνουν τα κλειδιά τους, να θυμώνουν για λάθος λόγους, να αγαπούν άτσαλα, να λένε ανοησίες και μετά να τις μετανιώνουν για χρόνια, να τους έχει πιάσει επίμονος λόξιγκας.
Κάπου εκεί είναι που ξεκινά η πραγματική αγάπη για τον άλλο. Τη στιγμή που του επιτρέπεις να πει την ιστορία του χωρίς να τον έχεις ήδη δικάσει, δικαιώσει ή κατατάξει από την «από ’δώ ή την από ’κεί» πλευρά. Να μην του φορέσεις εκ των προτέρων τη στολή του θύματος, του θύτη, του ανώτερου, του κατώτερου, του διαφορετικού, ακόμα και του συμβόλου. Οι άνθρωποι υποφέρουν πολύ όταν γίνονται σύμβολα. Δεν έχουν πια πού να ακουμπήσουν όχι τα βάρη τους – ούτε καν μια απλή σακούλα του σούπερ μάρκετ.
Η γραφή, πια, κινδυνεύει, λοιπόν, από την καλή της διαγωγή. Από την αγωνία να φαίνεται μόνο το καλό της προφίλ στις φωτογραφίες. Μόνο που η ζωή δεν στέκεται ακίνητη για να την απαθανατίσεις σε φωτογραφία. Περνάει βιαστική, με γρατσουνιές στα γόνατα, με λάθος διατυπώσεις, με μισές αλήθειες, τρυφερότητα που δεν ντρέπεται να φανεί. Αν δεν την προλάβεις έτσι, μετά σου μένει μόνο το σχόλιο και η κριτική. Και η κριτική, όσο έξυπνη κι αν είναι, δεν αντικαθιστά το βίωμα.
Δεν κατηγορώ τις λέξεις. Μερικές βούτηξαν με το κεφάλι στο αίμα για να φτάσουν μέχρι εδώ. Δικαιοσύνη. Ελευθερία. Ισότητα, Αξιοπρέπεια, Αλληλεγγύη. Όμως οι λέξεις θέλουν και ανθρώπους να τις κατοικήσουν. Μια καθαρίστρια που γυρίζει με το τελευταίο λεωφορείο. Έναν πατέρα που κάνει πως δεν πεινάει για να δώσει την τελευταία μπουκιά στο παιδί. Μια γυναίκα που γελάει δυνατά σε λάθος στιγμή και σώζει για λίγο το τραπέζι από τη σοβαροφάνεια.
Γι’ αυτή τη «λάθος στιγμή» γράφουμε. Για να μη χαθεί. Για να υπάρχει κάπου καταγεγραμμένο πως ένας άνθρωπος πέρασε από εδώ και δεν χώρεσε σε καμία από τις λέξεις που είχαμε ετοιμάσει γι’ αυτόν. Απλά τον έπιασε βήχας, μπορεί και λόξιγκας. Κι εμείς τον ακούσαμε.
*Πολιτική επιστήμονας-τραγουδοποιός
