Η επιτυχής διάσωση ενός ενήλικου αρσενικού λύκου πριν απο λίγο καιρό στην ανατολική Αττική και η μετέπειτα μετακίνησή του σε απόσταση μεγαλύτερη των 200 χιλιομέτρων μέσα σε λίγες ημέρες ανέδειξαν, τόσο τη σημασία της προστασίας της άγριας ζωής, όσο και τη δυναμική του είδους να επεκτείνει την παρουσία του σε νέες περιοχές.
Ο λύκος εντοπίστηκε στις 20 Απριλίου 2026 παγιδευμένος σε παράνομη θηλιά που είχε τοποθετηθεί σε αγροτική έκταση με αμπέλια και ελαιώνες στην ανατολική Αττική. Μετά από την ενημέρωση που δέχθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες έγινε επιχείρηση διάσωσης με τη συνεργασία της Περιβαλλοντικής Οργάνωσης «Καλλιστώ», του Συλλόγου Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής ΑΝΙΜΑ, της Μονάδας Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Αττικής του ΟΦΥΠΕΚΑ, της Δασικής Υπηρεσίας και του Δασαρχείου Καπανδριτίου.
Αρχικά οι ειδικοί αναισθητοποίησαν το ζώο, αφαίρεσαν τη θηλιά και του παρείχαν άμεσα κτηνιατρική φροντίδα, χορηγώντας αντιβίωση και παυσίπονα. Παρότι η πολύωρη παραμονή του στην παγίδα είχε προκαλέσει σοβαρή καταπόνηση στα πίσω άκρα και την κοιλιακή χώρα, με κίνδυνο ακόμη και νεφρικής βλάβης. Στην συνέχεια οι κτηνιατρικές εκτιμήσεις έκριναν ότι μπορούσε να επιστρέψει στο φυσικό του περιβάλλον.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης τοποθετήθηκε στο ζώο δορυφορικό κολάρο εντοπισμού, επιτρέποντας στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν την πορεία του μετά την απελευθέρωσή του. Τα πρώτα στοιχεία έδειξαν ότι παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα ακινητοποιημένο, πιθανότατα λόγω των τραυματισμών που είχε υποστεί.
Ωστόσο, λίγες εβδομάδες αργότερα ο λύκος ανέκτησε πλήρως τις δυνάμεις του και ξεκίνησε μια εντυπωσιακή διασπορά προς τα βορειοδυτικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα τηλεμετρίας του «Καλλιστώ», διένυσε τουλάχιστον 200 χιλιόμετρα μέσα σε μόλις δέκα ημέρες, φτάνοντας στην περιοχή του νότιου Παρνασσού, κοντά στην Αράχωβα.
Oι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η διασπορά αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό για την επιβίωση και τη γενετική ποικιλότητα των πληθυσμών του λύκου, καθώς επιτρέπει την αποίκιση νέων περιοχών και τη σύνδεση διαφορετικών πληθυσμών. Αντίστοιχα φαινόμενα έχουν συμβάλει τα τελευταία χρόνια στην επανεμφάνιση του είδους σε περιοχές όπου είχε εκλείψει, όπως η Πελοπόννησος.
Παράλληλα, το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο το σοβαρό ζήτημα της παράνομης χρήσης θηλιών, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική απειλή για την άγρια πανίδα. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και αρμόδιοι φορείς υπογραμμίζουν την ανάγκη εντατικοποίησης των ελέγχων και ενίσχυσης της ενημέρωσης των πολιτών, προκειμένου να περιοριστούν παρόμοια περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο προστατευόμενα είδη της ελληνικής φύσης.

