Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η κυβέρνηση προβάλλει με κάθε ευκαιρία τον ισχυρισμό ότι δεν έχουμε ακριβό ρεύμα, ή για την ακρίβεια ότι δεν είμαστε η ακριβότερη χώρα της Ε.Ε. στη δαπάνη ηλεκτροδότησης των νοικοκυριών. Οι λιανικές τιμές μας είναι κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., έχουμε την 7η φτηνότερη χονδρική τιμή ρεύματος μεταξύ των 27, η χώρα είναι πρωταθλήτρια στις ΑΠΕ, από το 2025 έχουμε γίνει καθαρός εξαγωγέας ρεύματος, έλεγε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος πριν από δύο εβδομάδες, παραθέτοντας πλήθος στοιχείων για να αντικρούσει την κριτική της αντιπολίτευσης για την ενεργειακή ακρίβεια, αλλά και το δεδομένο της ΕΛΣΤΑΤ ότι η εκτίναξη του πληθωρισμού τον Απρίλιο στο 5,4% πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση στις ενεργειακές τιμές.

Το επιχείρημα της φτηνής χονδρεμπορικής τιμής, η οποία διαμορφώνεται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας ουσιαστικά με βάση το κόστος των μονάδων φυσικού αερίου των μεγάλων ηλεκτροπαραγωγών και παρά το γεγονός ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όλο και περισσότερες ώρες τις μέρας καλύπτουν με μηδενικές ή πολύ χαμηλές τιμές από το 40% έως το 60% της συνολικής παραγωγής ρεύματος, δεν είναι και τόσο υπέρ των κυβερνητικών ισχυρισμών. Όπως φαίνεται από το γράφημα που παραθέτουμε, με τη μέση μηνιαία χονδρική τιμή ρεύματος (σε ευρώ ανά κιλοβατώρα) από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον περασμένο Μάιο (συνολικά 29 μήνες), όλο αυτό το διάστημα και παρά τις διαρκείς διαταραχές στη διεθνή ενεργειακή αγορά, η χρηματιστηριακή τιμή ρεύματος -αυτή που διαμορφώνεται από την καθημερινή προσφορά πέντε μεγάλων ηλεκτροπαραγωγών και από τη ζήτηση 13 προμηθευτών ρεύματος- σε γενικές γραμμές δεν είχε ακραίες διακυμάνσεις. Η χαμηλότερη καταγράφηκε τον Απρίλιο του 2024 (6 λεπτά ανά κιλοβατώρα) και η υψηλότερη (154 ευρώ/MWh) τον Φεβρουάριο του 2025. Με εξαίρεση αυτές τις ακραίες τιμές, τους περισσότερους μήνες η μέση χρηματιστηριακή τιμή κυμάνθηκε λίγο πάνω-λίγο κάτω από τα 10 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Η μέση χονδρική τιμή στους 29 μήνες της περιόδου ήταν 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα ή 10 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Η μέση λιανική τιμή ρεύματος το ίδιο διάστημα ήταν 14 λεπτά ανά κιλοβατώρα, με βάση τις τιμές του ειδικού πράσινου τιμολογίου στο οποίο παραμένει σταθερά το 60% των καταναλωτών. Τα 14 λεπτά, για την ακρίβεια, βασίζονται στις τιμές των πέντε μεγαλύτερων προμηθευτών που ελέγχουν το 94% της αγοράς. Έτσι, έχουμε μια σταθερή απόκλιση 30% μεταξύ λιανικής και χονδρικής τιμής στα τελευταία δυόμισι χρόνια, που προφανώς δικαιώνει τα επιχειρήματα όσων βλέπουν κερδοσκοπικά παιχνίδια στην αγορά ρεύματος. Κερδοσκοπία τόσο εις βάρος των καταναλωτών, μια και το φούσκωμα της τελικής, λιανικής τιμής κατά περίπου 30% δεν δικαιολογείται από τα κόστη εμπορικής λειτουργίας των προμηθευτών, ιδιαίτερα των μεγάλων που είναι ταυτόχρονα και παραγωγοί. Αλλά και κερδοσκοπία εις βάρος των χιλιάδων μικρομεσαίων παραγωγών ρεύματος, κυρίως των ιδιοκτητών φωτοβολταϊκών πάρκων έως 500 kWh, που ενώ καλύπτουν πια σχεδόν το 25% της παραγωγής ρεύματος με σχεδόν μηδενικό κόστος, αποζημιώνονται για ένα όλο και μικρότερο μέρος του. Διόλου τυχαία η έντονη κινητικότητα στον κλάδο των μικροπαραγωγών, πολλοί από τους οποίους κινδυνεύουν ακόμη και με το ενδεχόμενο να «κοκκινίσουν» τα δάνεια με τα οποία έστησαν τα φωτοβολταϊκά πάρκα τους με την ενθάρρυνση κυβέρνησης και τραπεζών, αλλά και η σπουδή της κυβέρνησης να φέρει ένα μερικό και ατελές μέτρο για την αλλαγή στον τρόπο που αμείβονται για το ρεύμα του παράγουν.

Χρηματιστήριο ενέργειας: Οι δύο ταχύτητες της αγοράς ρεύματος

Μια παρενέργεια αυτής της άνισης κατανομής ισχύος στην αγορά ρεύματος είναι το γεγονός ότι η περίφημη καθολική υπηρεσία που βάσει της νομοθεσίας της Ε.Ε. πρέπει να παρέχεται ως ελάχιστο κοινωνικό αντιστάθμισμα για τους πιο ευάλωτους, για ακόμη μία φορά έμεινε στα αζήτητα. Κανένας από τους μεγάλους ηλεκτροπαραγωγούς ρεύματος, ούτε η ΔΕΗ στην οποία το Δημόσιο διατηρεί το 33,4%, δεν κατέθεσε προσφορά στον διαγωνισμό για την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Με επιστολή της στην ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (στις 2 Ιουνίου) η ΡΑΑΕΥ αφ’ ενός ανακοινώνει την κήρυξη του διαγωνισμού άγονου, αφ’ ετέρου κατανέμει την καθολική υπηρεσία στους πέντε μεγαλύτερους προμηθευτές ως εξής: ΔΕΗ 46,14%, METLEN 23,68%, ΗΡΩΝ 10,08%, ENERWAVE 6,67%, NRG 4,10%. Η ΡΑΑΕΥ κάνει την κατανομή «βάσει των δηλώσεων φορτίου που έχουν υποβληθεί στο Χρηματιστήριο Ενέργειας», αλλά αυτές απέχουν πολύ από την πραγματική αναλογία τους στο πλήθος των 6,8 εκατ. ηλεκτροδοτούμενων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Και δεν μας είναι σαφές γιατί.