ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα κάνουμε σήμερα μια εξαίρεση και θα παρουσιάσουμε ένα βιβλίο, που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Σάπια λεμόνια» της Νεκταρίας Αναστασιάδου, βραβευμένης συγγραφέα που δεν είναι πολύ γνωστή στη χώρα μας επειδή είναι Ρωμιά της Κωνσταντινούπολης και δεν ζει στην Ελλάδα.

Με σάπια λεμόνια έδιωξαν οι θερμόαιμοι ελληνόφρονες χριστιανοί της Μερσίνας τον Δαμιανό Μανσούρ, τον πρώτο και τελευταίο αραβόφωνο Μητροπολίτη Ταρσού και Αδάνων, ανήμερα το Πάσχα του 1905, λίγους μήνες μετά την ανάρρησή του στον αρχιερατικό θρόνο. Προηγουμένως οι δημογέροντες της ελληνικής κοινότητας, που υποκίνησαν την αποπομπή του, δεν είχαν διστάσει να τον εξαπατήσουν και να του αποσπάσουν χρήματα. Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, το 1954, ο Ιωνάς Κυδωνιών, τότε νεαρός ιερομόναχος, και πλέον τρόφιμος του γηροκομείου στο Μπαλουκλί, αφηγείται την ιστορία σε έναν Ρωμιό οφθαλμίατρο.

Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει στην Κιλικία του 1905, με τη σκόνη της ερήμου να διεισδύει παντού, στη Μερσίνα, μια πόλη νεοφερμένων μεταναστών, με πλήθος μιλέτια, θρησκείες και γλώσσες, τουρκόφωνους Αρμεναίους και τουρκόφωνους Ρωμιούς Καππαδόκες, πλούσιους που μιλάνε γαλλικά, Κυπραίους και νησιώτες, Ελλαδίτες δάσκαλους, Εβραίους, λεβαντίνους, τον μουφτή που δεν θέλει να ανακατεύεται στις υποθέσεις των χριστιανών, μια πολυπολιτισμική κοινωνία που λίγα χρόνια αργότερα θα συντριβόταν στις μυλόπετρες της Ιστορίας.

Ο Δαμιανός Μανσούρ, όπως τον περιγράφει η Αναστασιάδου, ήταν βέβαια παράξενος δεσπότης, γοητευτικός αλλά εκκεντρικός και ασυμβίβαστος, πήγαινε με το ποδήλατο, έσκαβε με τις ώρες στον κήπο του, αρνιόταν να φάει πουλερικά, πιο πολύ μπαχτσεβάνιζε παρά ιερουργούσε, μάγο τον αποκαλούσε το εξημμένο πλήθος την ώρα που τον έλουζε με κλούβια αυγά και σάπια λεμόνια, αυτόν που είχε πάθος με τον χυμό και τη μυρωδιά των λεμονιών.

Στο βιβλίο, ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να συναντήσει λέξεις που δεν τις καταλαβαίνει ή που μαντεύει μόνο τη σημασία τους· το μαχζένι ας πούμε, δηλαδή το υπόγειο κελάρι (από τα αραβικά, ίδια ρίζα με το μαγαζί) όπου ο δεσπότης κρατούσε τα καβανόζια, δηλαδή τα δοχεία (τουρκικό δάνειο, αντιδάνειο μάλιστα) με τα τουρσιά που έφτιαχνε· ωστόσο, αυτό δεν μειώνει την αναγνωστική απόλαυση, μάλλον την ενισχύει.

Βλέπετε, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο της, «Στα πόδια της αιώνιας Άνοιξης», η συγγραφέας χρησιμοποιεί την πολίτικη διάλεκτο στην αφήγησή της, και αυτό βοηθάει στη χρονική και τοπική μετατόπιση, καθώς ο αναγνώστης συναντά τύπους που αποκλίνουν από την αθηναϊκή κοινή, όπως «με είπε» αντί «μου είπε» ή «έλεγα που» αντί «έλεγα ότι». Εξάλλου, στους διαλόγους ακούγονται φράσεις τουρκικές, γαλλικές, αρμένικες, ιταλικές, ένα μωσαϊκό από γλώσσες. Υποσημειώσεις δεν υπάρχουν αλλά η συγγραφέας φροντίζει να μεταφράζει στη ρύμη της αφήγησης τα δυσνόητα.

Με δυο λόγια, ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και με απόλαυση. Περιμένουμε να εκδοθεί, μεταφρασμένο από την ίδια τη Ν. Αναστασιάδου, και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Μια συνταγή για τη Δάφνη», που το έγραψε στα αγγλικά το 2021.