Στέλιος Μηνοβγιούδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της χώρας. Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών και τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας, εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με δανειακές και φορολογικές υποχρεώσεις που συχνά υπερβαίνουν τις πραγματικές δυνατότητες εξυπηρέτησής τους.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τραπεζικής πολιτικής ή διαχείρισης ισολογισμών. Αφορά τη συνοχή της κοινωνίας, τη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, τη βιωσιμότητα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, την προστασία της κατοικίας και, τελικά, την ποιότητα του κράτους δικαίου.

Τα τελευταία χρόνια, η κυβερνητική στρατηγική για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στηρίχθηκε κυρίως στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ο οποίος παρουσιάστηκε ως το βασικό εργαλείο οριστικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Ωστόσο, η ουσιαστική αξιολόγηση ενός τέτοιου μηχανισμού δεν μπορεί να γίνεται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των αιτήσεων ή των ολοκληρωμένων ρυθμίσεων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι ρυθμίσεις αυτές είναι βιώσιμες, αν ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των πολιτών και αν παρέχουν επαρκή προστασία απέναντι στον κίνδυνο απώλειας περιουσίας.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι σημαντικός αριθμός προτεινόμενων ρυθμίσεων παραμένει εκτός των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων των οφειλετών. Σε πολλές περιπτώσεις οι δόσεις που προκύπτουν από τον μηχανισμό ή τις προτάσεις των πιστωτών εξακολουθούν να είναι δυσανάλογες προς το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα πολλές ρυθμίσεις να καθίστανται εκ νέου μη εξυπηρετούμενες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Παράλληλα, η μεταφορά μεγάλου μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στην αγορά πιστώσεων. Η σχέση μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή χαρακτηρίζεται πλέον από έντονη διαπραγματευτική ανισορροπία, ενώ η προστασία της κύριας κατοικίας έχει περιοριστεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα θεσμικά πλαίσια.

Η κριτική που διατυπώνει το ΠΑΣΟΚ απέναντι στο υφιστάμενο πλαίσιο δεν περιορίζεται σε επιμέρους τεχνικές αδυναμίες του εξωδικαστικού μηχανισμού. Εστιάζει κυρίως στη συνολική φιλοσοφία που διέπει τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους τα τελευταία χρόνια.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός, εξακολουθεί να αδυνατεί να εξασφαλίσει πραγματικά βιώσιμες ρυθμίσεις για σημαντικό μέρος των οφειλετών, ενώ δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις προστασίας της κατοικίας, της περιουσίας και της οικονομικής επανένταξης των πολιτών.

Το αποτέλεσμα είναι η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους να μετατοπίζεται σταδιακά από τη λογική της αναδιάρθρωσης και της δεύτερης ευκαιρίας προς μια λογική επιτάχυνσης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις που προωθούνται για τον εξωδικαστικό μηχανισμό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η μείωση του κατώτατου ορίου οφειλών για υπαγωγή στη διαδικασία από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ.

Η συγκεκριμένη μεταβολή είναι αναμφίβολα θετική ως προς τη διεύρυνση του αριθμού των πολιτών που αποκτούν πρόσβαση σε διαδικασίες ρύθμισης. Ωστόσο, η αξιολόγησή της δεν μπορεί να γίνει απομονωμένα από τις υπόλοιπες διατάξεις του νομοσχεδίου.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η διεύρυνση της πρόσβασης συνδυάζεται πλέον με ένα πλαίσιο το οποίο ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των πιστωτών. Υπό αυτή την έννοια, η μείωση του ορίου δεν συνεπάγεται αυτομάτως διεύρυνση της προστασίας. Αντιθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος να διευρυνθεί η περίμετρος των οφειλετών που εισέρχονται σε έναν μηχανισμό ο οποίος συνδέεται ολοένα και περισσότερο με διαδικασίες εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.

Ιδιαίτερα προβληματισμό προκαλεί η ρύθμιση του άρθρου 13, η οποία παρέχει στους πιστωτές τη δυνατότητα υποβολής αντιπρότασης που περιλαμβάνει την εκποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας.

Η διάταξη αυτή μεταβάλλει ουσιωδώς τη φιλοσοφία της προστασίας της κατοικίας. Η κύρια κατοικία δεν προστατεύεται πλέον ως αυτοτελές κοινωνικό αγαθό, αλλά υπό τον όρο ότι ο οφειλέτης θα αποδεχθεί τη ρευστοποίηση άλλων περιουσιακών στοιχείων του. Πρόκειται για μια θεσμική επιλογή που μεταφέρει το βάρος της προστασίας αποκλειστικά στον ίδιο τον πολίτη, υποχρεώνοντάς τον να θυσιάσει τμήμα της περιουσίας του προκειμένου να διασώσει την κατοικία του.

Ακόμη σοβαρότερα ζητήματα ανακύπτουν από τη νέα διαδικασία εκποίησης που εισάγεται μέσω των σχετικών διατάξεων. Η διαδικασία μπορεί να ενεργοποιείται με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα βάσει αντιγράφου της σύμβασης που τηρείται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, ενώ παράλληλα περιορίζονται ουσιώδη δικονομικά μέσα προστασίας του οφειλέτη.

Στην πράξη, περιορίζεται η δυνατότητα αμφισβήτησης της τιμής πρώτης προσφοράς, της περιγραφής του ακινήτου ή άλλων κρίσιμων στοιχείων της διαδικασίας. Ο προληπτικός δικαστικός έλεγχος υποχωρεί και η διαδικασία αποκτά χαρακτηριστικά ταχείας αναγκαστικής εκτέλεσης, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την επάρκεια των εγγυήσεων προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ρύθμιση του άρθρου 14, σύμφωνα με την οποία η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποκτά χαρακτήρα εκτελεστού τίτλου.

Η συγκεκριμένη επιλογή συνιστά ουσιώδη μεταβολή του ισχύοντος πλαισίου. Στην ελληνική έννομη τάξη, η εκτελεστότητα συνδέεται κατά κανόνα είτε με προηγούμενη δικαστική κρίση είτε με αυξημένες συμβολαιογραφικές εγγυήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, μια σύμβαση που καταρτίζεται μέσα σε συνθήκες οικονομικής πίεσης και εμφανώς άνισης διαπραγματευτικής σχέσης μετατρέπεται αυτομάτως σε τίτλο αναγκαστικής εκτέλεσης, επιτρέποντας στους πιστωτές να κινηθούν άμεσα κατά οφειλετών και εγγυητών χωρίς να απαιτείται προηγούμενη δικαστική απόφαση.

Η συνδυαστική λειτουργία των άρθρων 12, 13 και 14 οδηγεί σε μια συνολική μεταβολή του χαρακτήρα του εξωδικαστικού μηχανισμού. Ο μηχανισμός απομακρύνεται σταδιακά από τον αρχικό του σκοπό ως εργαλείο συναινετικής ρύθμισης και τείνει να εξελιχθεί σε ένα προστάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης, ιδιαίτερα προς όφελος των χρηματοδοτικών φορέων και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο οκτώ παρεμβάσεων για το ιδιωτικό χρέος, επιχειρώντας να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και κοινωνικής προστασίας.

Οι προτάσεις αυτές περιλαμβάνουν την επαναφορά ουσιαστικής προστασίας της κύριας κατοικίας με επικαιροποιημένα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, τη θέσπιση νέας ρύθμισης έως 120 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, το δικαίωμα προτεραιότητας του ίδιου του δανειολήπτη στην εξαγορά του δανείου του πριν από τη μεταβίβασή του σε fund, τη νομοθετική επίλυση του ζητήματος των δανείων σε ελβετικό φράγκο, την επιβολή αυστηρού πλαισίου εποπτείας των servicers, την ενίσχυση της προστασίας των εγγυητών, την υποχρεωτικότητα των ρυθμίσεων για τους πιστωτές στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού και την ειδική προστασία της αγροτικής περιουσίας και των παραγωγικών μέσων των αγροτών.

Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν αντιμετωπίζουν το ιδιωτικό χρέος αποκλειστικά ως λογιστικό ή τραπεζικό πρόβλημα, αλλά ως σύνθετο κοινωνικό και αναπτυξιακό ζήτημα. Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων οφειλών προϋποθέτει ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των πιστωτών και της ανάγκης προστασίας της κοινωνικής συνοχής.

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για το ιδιωτικό χρέος εδράζεται σε μια θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν μπορούν να επιτυγχάνονται εις βάρος της κοινωνικής συνοχής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης των οφειλών αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη. Ωστόσο, εξίσου αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί η διασφάλιση ότι οι πολίτες διαθέτουν πραγματική δεύτερη ευκαιρία, ότι η κύρια κατοικία προστατεύεται ως κοινωνικό αγαθό και ότι η λειτουργία της αγοράς πιστώσεων διέπεται από κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας και ισότητας των μερών.

Υπό αυτή την οπτική, η συζήτηση για τον εξωδικαστικό μηχανισμό δεν αφορά αποκλειστικά ένα εργαλείο ρύθμισης οφειλών. Αφορά το ίδιο το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους, πολιτών και χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου που θα συνδυάζει την οικονομική υπευθυνότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Η συζήτηση που ανοίγει σήμερα για το ιδιωτικό χρέος δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των χρεών. Αφορά το μοντέλο κοινωνίας και οικονομίας που επιλέγει να υπηρετήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια.

*Ο Στέλιος Μηνοβγιούδης είναι δικηγόρος με εξειδίκευση στο Τραπεζικό Δίκαιο, Αναπληρωτής Γραμματέας του Τομέα Ιδιωτικού Χρέους και Προστασίας Καταναλωτών του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής.