Η κρίση εκπροσώπησης, ως φαινόμενο που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες του μεταδημοκρατικού καπιταλισμού, δεν περιορίζεται στα πολιτικά κόμματα και τις πολιτικές ελίτ, αλλά επεκτείνεται και σε οργανώσεις της κοινωνικής εκπροσώπησης που εμφανίζουν ένα ιδιαίτερο ιστορικό βάθος, όπως τα εργατικά συνδικάτα.
Στον ίδιο βαθμό που τα κόμματα έχουν να διαχειριστούν τη χαλάρωση των δεσμών τους με την κοινωνία, τα συνδικάτα αντιμετωπίζουν την απώλεια ερεισμάτων στη μισθωτή εργασία, σε μια περίοδο μάλιστα περιορισμού των εργασιακών δικαιωμάτων και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας.
Ειδικά στην Ελλάδα, όπου αυτές οι τάσεις φαίνεται να συνιστούν μια επώδυνη για τους εργαζομένους κανονικότητα, η κρίση του συνδικαλισμού στερεί από τη μισθωτή εργασία την αναγκαία άμυνα απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Στο πλαίσιο αυτό, το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ διεξήγαγε στα τέλη του Μαΐου έρευνα κοινής γνώμης σε πληθυσμό μισθωτών εργαζομένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, με αντικείμενο τη διερεύνηση στάσεων γύρω από την ένταξη σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και τη συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις. Θα επιχειρήσουμε στο παρόν να συζητήσουμε ορισμένα από τα ευρήματα της εν λόγω έρευνας.

Κατ’ αρχάς, το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτώμενων αποδίδει μεγάλη σημασία στην ίδια την αξία της συλλογικής δράσης. Το 84% πιστεύει ότι η συλλογική δράση μπορεί να φέρει πραγματικές αλλαγές, το 73% αισθάνεται ότι η φωνή του ακούγεται όταν δρα συλλογικά και το 88% θα συμμετείχε σε κάποια συλλογική δράση εφόσον υπήρχε κάποια σοβαρή αδικία. Την ίδια στιγμή, το 66% αναγνωρίζει ότι το άγχος της καθημερινότητας περιορίζει τη διαθεσιμότητα για συλλογική δράση. Κατ’ αντιστοιχία, στο επίπεδο των δεσμών και των σχέσεων που αναπτύσσονται στους χώρους δουλειάς, το 88% των ερωτώμενων θεωρεί την αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους πολύ σημαντική αξία, το 62% θα δεχόταν να απεργήσει εάν απολυόταν κάποιος συνάδελφός του και το 79% διαφωνεί με την άποψη ότι εργοδότες και εργαζόμενοι δεν παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους.
Τέλος, στο επίπεδο της σχέσης των ερωτώμενων με τον συνδικαλισμό στον χώρο εργασίας τους, το 63% θα αισθανόταν μεγαλύτερη ασφάλεια με την ύπαρξη σωματείου στον χώρο δουλειάς του, το 46% θα εγγραφόταν στο σωματείο του χώρου δουλειάς του, εφόσον υπήρχε, και το 52% διαφωνεί με την άποψη ότι η απεργία είναι ένας ξεπερασμένος τρόπος κινητοποίησης.
Σε γενικές γραμμές, προκύπτει υψηλή αξιοδότηση της συνδικαλιστικής δράσης και της αλληλεγγύης, αν και σε κάποιες περιπτώσεις αναγνωρίζονται και οι περιορισμοί των αντικειμενικών συνθηκών που βιώνει κάθε εργαζόμενος/-η.
Σε αντιδιαστολή, ωστόσο, με τα παραπάνω, το 87% των ερωτώμενων δεν είναι μέλος σε κάποια συνδικαλιστική οργάνωση και το 68% δεν σκέφτεται μελλοντικά να ενταχθεί σε κάποιο συνδικάτο.
Γιατί οι ερωτώμενοι/-ες δεν είναι μέλη σε συνδικάτα; Το 43% επειδή θεωρεί ότι οι συνδικαλιστές είναι διεφθαρμένοι και δεν ενδιαφέρονται, το 29% επειδή δεν υπάρχει σωματείο στον επαγγελματικό του χώρο και το 14% επειδή δεν πιστεύει ότι ο συνδικαλισμός θα βελτιώσει τη θέση του.
Για το 51% θα λειτουργούσε ως κίνητρο συνδικαλιστικής συμμετοχής η δράση του συνδικάτου να παράγει απτά αποτελέσματα υπέρ των εργαζομένων, για το 15% το να μη σχετίζεται το συνδικάτο με θέματα διαφθοράς και για το 13% το να λειτουργεί δημοκρατικά.
Από εκεί και πέρα, στο σύνολο των ερωτώμενων, το 88% συμφωνεί ή τείνει να συμφωνεί ότι τα συνδικάτα βρίσκονται σε κρίση, το 82% ότι έχουν ηγεσίες εξαρτημένες από το κράτος, το 84% ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες εργασιακές συνθήκες, το 79% ότι δεν μπορούν να αντισταθούν αποτελεσματικά στους εργοδότες και μόλις το 35% ότι λειτουργούν δημοκρατικά. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει σαφώς μια εμπεδωμένη κρισιακή θεώρηση του συνδικαλιστικού φαινομένου, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια της δράσης των συνδικάτων στην Ελλάδα.
Το 84% των εργαζομένων πιστεύει ότι η συλλογική δράση μπορεί να φέρει πραγματικές αλλαγές, όμως το 87% δεν είναι μέλος σε συνδικαλιστική οργάνωση και το 68% δεν σκέφτεται μελλοντικά να ενταχθεί σε κάποιο συνδικάτο.
Πρόκειται, προφανώς, για μια γνώριμη τάση που παρουσιάζεται στο πλαίσιο της κρίσης εκπροσώπησης, η οποία έχει διαπιστωθεί και σε άλλες έρευνες του ΕΝΑ. Από τη μια πλευρά, διάφορες εκφάνσεις της δημοκρατικής λειτουργίας, της κοινωνικής συμμετοχής και της συλλογικής δράσης νοηματοδοτούνται ως σημαντικές από τους πολίτες, τόσο σε επίπεδο αξιακό όσο και σε επίπεδο συσχέτισής τους με κοινωνικές ανάγκες και διεκδικήσεις.
Από την άλλη πλευρά, επερωτάται η πραγματική λειτουργία των υπό συζήτηση θεσμών -στη συγκεκριμένη περίπτωση, των συνδικάτων στην Ελλάδα- από τη σκοπιά της αξιοπιστίας τους. Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δε, ότι αυτό προκύπτει από το άμεσα ενδιαφερόμενο κοινωνικό ακροατήριο των μισθωτών εργαζομένων. Το χάσμα, επομένως, μεταξύ της προσδοκίας και της προσλαμβανόμενης πραγματικότητας είναι, υπό μία έννοια, και η βάση της χαμηλής πολιτικής εμπιστοσύνης που φαίνεται να προσδιορίζει τη συμπεριφορά των πολιτών στην τρέχουσα περίοδο.
Πώς αναζωογονείται η -συνδικαλιστική εν προκειμένω- συμμετοχή; Μέσα από περισσότερο αξιόπιστους θεσμούς κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ:
Εταιρεία υλοποίησης πεδίου: PRORATA Α.Ε. – Εταιρεία Ερευνών Κοινής Γνώμης και Εφαρμογών Επικοινωνίας (Αριθμός Μητρώου ΕΣΡ: 56).
Μέθοδος συλλογής δεδομένων: Ποσοτική έρευνα με χρήση μικτού μοντέλου τηλεφωνικών συνεντεύξεων (CATI) και διαδικτυακής συμπλήρωσης δομημένου ερωτηματολογίου (CAWI).
Σχέδιο δειγματοληψίας: Στρωματοποιημένη δειγματοληψία με χρήση ποσοστώσεων φύλου και ηλικίας.
Πληθυσμός-στόχος: Εργαζόμενοι/ες ηλικίας 17 ετών και άνω.
Γεωγραφική κάλυψη & Δείγμα: Ν = 600 στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, στο χρονικό διάστημα 15-22 Μαΐου 2026.
Μέγιστο δειγματοληπτικό σφάλμα: ±4% σε Δ.Ε. 95%.
Όλη η έρευνα θα δημοσιευθεί τις επόμενες ημέρες στον ιστότοπο του ΕΝΑ.
*Συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ – επίκουρος καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του ΔΠΘ
