Ενα βήμα πριν από τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων έφτασαν Ελλάδα και Γερμανία, ύστερα από μια δολοφονία και την κλοπή απόρρητων διπλωματικών εγγράφων από σκάφος του γερμανικού ναυτικού στον Πειραιά!
Η υπόθεση, που μοιάζει με σενάριο κατασκοπευτικής ταινίας και της οποίας πολλές πλευρές έμειναν ανεξιχνίαστες, εξελίχθηκε τον Νοέμβριο του 1902, σε μια κρίσιμη περίοδο για το Κρητικό Ζήτημα και για τη Μακεδονία.
«Ευτυχώς, με την σύλληψιν [του δράστη] εσώθημεν», φέρεται να είπε, ανακουφισμένος, ο τότε βασιλιάς Γεώργιος προς τις ανακριτικές αρχές, μετά τη σύλληψη και την ομολογία του δράστη, ενός Γερμανού ναύτη του πλοίου.
Ωστόσο, παρότι οι ελληνικές αρχές αλλά και διπλωμάτες άλλων κρατών εκτιμούσαν ότι ο δράστης είχε και ξένους συνεργούς, η κυβέρνηση (και το Παλάτι) καθώς και η Γερμανία έδειξαν πως ήθελαν να κλείσει γρήγορα η υπόθεση χωρίς περαιτέρω έρευνες. Για αυτόν τον λόγο, ο δράστης παραδόθηκε εσπευσμένα για να δικαστεί στη Γερμανία, ενώ η γερμανική πρεσβεία προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία των κλεμμένων εγγράφων. Ετσι, έπεσε πέπλο σιωπής. Ομως, για τρεις ημέρες Ελλάδα και Γερμανία έφτασαν πολύ κοντά σε ρήξη των σχέσεών τους, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τα εθνικά ζητήματα, την απελευθέρωση της Κρήτης από την τουρκική κατοχή και την υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία, όπου η βουλγαρική επιθετικότητα είχε ήδη εμφανιστεί και η ελληνική άμυνα άρχισε να οργανώνεται ενεργά.
Τις εξελίξεις παρακολουθούσαν στενά και άλλες δυνάμεις της εποχής, ιδιαίτερα η Γαλλία, η οποία από το τέλος του Γαλλοπρωσικού πολέμου το 1871 διατηρούσε τεταμένες σχέσεις με τη Γερμανία. Μέσα σε αυτό το κλίμα αντιπαράθεσης είχε αναπτυχθεί έντονη κατασκοπευτική δράση μεταξύ των δύο χωρών.
Η πιο γνωστή υπόθεση ήταν ένα πολιτικό σκάνδαλο, στο οποίο ενεπλάκη άδικα ο Γαλλοεβραίος λοχαγός Αλφρεντ Ντρέιφους, που καταδικάστηκε για διαρροή μυστικών στη γερμανική πρεσβεία του Παρισίου. Ομως, ειδικά το 1902, είχαν γίνει γνωστές και στην Ελλάδα ακόμη δύο υποθέσεις κατασκοπίας. Η μια αφορούσε την πώληση γαλλικών απόρρητων εγγράφων σε Γερμανούς, ενώ η άλλη οδήγησε στην εκτέλεση πέντε Γερμανών αξιωματικών με την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ της Γαλλίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση η είδηση που δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδα στις αθηναϊκές εφημερίδες στις 4 Νοεμβρίου 1902 για τη δολοφονία ενός Γερμανού αξιωματικού και την κλοπή ενός κιβωτίου με διπλωματικά έγγραφα από το πλοίο του γερμανικού αυτοκρατορικού ναυτικού «Loreley».
Το «Loreley» ήταν ένα ατμοκίνητο τρικάταρτο ιστιοφόρο, το οποίο αγοράστηκε το 1896 από το γερμανικό ναυτικό. Αφού εξοπλίστηκε με δύο πυροβόλα, τέθηκε στην υπηρεσία του Γερμανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη για διπλωματικές αποστολές, ενώ σε ορισμένα ταξίδια φιλοξένησε και μέλη της οικογένειας του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’.
Στις 15 Οκτωβρίου 1902 έφτασε στον Πειραιά για να κάνει εργασίες μετασκευής στο ναυπηγείο Βασιλειάδη, το μεγαλύτερο της Ανατολικής Μεσογείου εκείνη την εποχή. Κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο Χανς Χέρμαν Λούντβιχ φον Ρόιτερ (Hans Hermann Ludwig von Reuter, 1869-1943), ο οποίος ανέλαβε για πρώτη φορά τη διοίκηση πλοίου στο «Loreley», μόλις λίγες μέρες πριν από τον απόπλου του από την Κωνσταντινούπολη για τον Πειραιά.
Εκτός από τον κυβερνήτη υπήρχε πλήρωμα 58 ανδρών, ανάμεσά τους δύο αξιωματικοί και τρεις υπαξιωματικοί (αρχικελευστές).

Κατά τη διάρκεια των εργασιών στο ναυπηγείο, το οποίο βρισκόταν στη προβλήτα απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Αγίου Διονυσίου, ο κυβερνήτης αποφάσισε να παραμένουν κάθε βράδυ στο πλοίο ένας αξιωματικός, ένας αρχικελευστής υπηρεσίας και πέντε ναύτες, από τους οποίους ο καθένας θα εκτελούσε τετράωρη σκοπιά.
Οι εκτός υπηρεσίας ναύτες διέμεναν σε νοικιασμένο σπίτι στην οδό Φίλωνος, κοντά στο γερμανικό προξενείο, ενώ ο κυβερνήτης και οι αξιωματικοί έμεναν σε ξενοδοχεία του Πειραιά.
Το μοιραίο βράδυ, μεταξύ 2 και 3 Νοεμβρίου, σκοπός ήταν από τα μεσάνυχτα έως τις 4 το πρωί ο ναύτης Κουρτ Εδουάρδος Κόχλερ, ενώ σε ένα μικρό γραφείο κοιμόταν ο 30χρονος αξιωματικός Πετρίτσκι.
Στο γραφείο φυλάσσονταν δύο κιβώτια: το ένα με τα χρήματα του πλοίου και το άλλο με διάφορα έγγραφα, «μεταξύ των οποίων πολλά σπουδαιόταταν διπλωματικά ανήκοντα εις την εν Κωνσταντινουπόλει Γερμανικήν Πρεσβείαν», όπως ανέφεραν οι εφημερίδες της εποχής.
Περίπου στις 4 τα ξημερώματα, ο υπαξιωματικός της νυχτερινής περιπολίας διαπίστωσε με έκπληξη ότι τόσο ο σκοπός όσο και ο Πετρίτσκι είχαν εξαφανιστεί. Από το μικρό γραφείο μέχρι τη σκάλα του πλοίου υπήρχαν αίματα στο κατάστρωμα. Επίσης έλειπε η βάρκα που βρισκόταν «δεμένη» κοντά στη σκάλα του πλοίου.
Από το γραφείο έλειπε το μεγαλύτερο κιβώτιο με τα διπλωματικά έγγραφα, το οποίο απέξω είχε ένδειξη ότι περιείχε απόρρητα έγγραφα.
Αμέσως σήμανε συναγερμός και κινητοποιήθηκαν οι ελληνικές αρχές και οι Γερμανοί διπλωμάτες.
Οι Γερμανοί έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα έγγραφα. Ο πρώτος γραμματέας της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα, Λάγκβερτ, είπε στον διευθυντή της αστυνομίας, Γενήσαρλη, ότι τα έγγραφα «είναι μεγίστης διπλωματικής σπουδαιότητος». Επίσης, ο Γερμανός πρέσβης Φον Πλέσεν (Ludwig Graf von Plessen-Cronstern) συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη και ζήτησε άμεσα αποτελέσματα από τις έρευνες!
Ενημέρωση ζήτησε και ο βασιλιάς Γεώργιος καθώς η υπόθεση είχε μεγάλη σημασία όχι μόνο λόγω των κρίσιμων «ανοιχτών» εθνικών θεμάτων, αλλά και εξαιτίας των στενών σχέσεων της ελληνικής βασιλικής οικογένειας με τη Γερμανία, μια και η τότε πριγκίπισσα Σοφία, σύζυγος του διαδόχου Κωνσταντίνου Α’, ήταν αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα.
Ο Ζαΐμης και ο διευθυντής της αστυνομίας πήγαν αμέσως στο Παλάτι, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι οι δράστες δεν ήταν Ελληνες.
«Εύχομαι να βεβαιωθή ότι δεν είναι Ελληνες οι δολοφόνοι. Διότι το εναντίον θα ήτο μεγίστη εθνική ζημία», φέρεται να είπε ο Γεώργιος. Παρά τις βάσιμες εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, οι Γερμανοί επέμεναν ότι οι δράστες ήταν Ελληνες. Την άποψη αυτή υποστήριζαν έντονα ο Γερμανός κυβερνήτης και τα μέλη του πληρώματος, ίσως για να καλύψουν δικές τους ευθύνες ή παραλείψεις. Μάλιστα, σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, ο κυβερνήτης Φον Ρόιτερ μιλώντας στον λιμενάρχη Πειραιά ξεπέρασε τα όρια και απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι ο δράστης Γερμανός, λέγοντας απαξιωτικά ότι «οι Γερμανοί δεν είναι Ελληνες».
Ανάλογο ήταν το κλίμα και στον γερμανικό Τύπο «όστις (…) ήρχισε να εξέμη φοβερές κατά των Ελλήνων και του Ελληνικού Εθνους ύβρεις».
Η στάση αυτή προκάλεσε μεγάλη λαϊκή αγανάκτηση. Εστάλησαν πολλές επιστολές διαμαρτυρίας από διάφορες περιοχές και πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας έξω από τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, η οποία άρχισε να φυλάσσεται από το ιππικό.
Παράλληλα, οι ελληνικές αρχές συνέχιζαν μεθοδικά τις έρευνες. Εξετάστηκαν μάρτυρες, ανακρίθηκαν εργάτες του ναυπηγείου, ενώ βρέθηκαν στην απέναντι ακτή, κοντά στον φάρο Θεμιστοκλέους (στην Ακτή Ξαβερίου) η βάρκα του «Loreley» και το κλεμμένο κιβώτιο με τα έγγραφα, στο οποίο είχε γίνει ανεπιτυχής προσπάθεια παραβίασης. Την ίδια ώρα, δύτες εντόπισαν στον βυθό το πτώμα του Πετρίτσκι.

Παρά τα ευρήματα, οι Γερμανοί συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ελληνικές αρχές. Εκτός από τις συνεχείς παρεμβάσεις των διπλωματών στον πρωθυπουργό και στις αρχές, προσέφεραν αμοιβή σε όποιον τους έδινε πληροφορίες για τους δράστες και απαίτησαν η νεκροψία του Πετρίτσκι να πραγματοποιηθεί παρουσία Γερμανού γιατρού και του πρόξενου της Γερμανίας στον Πειραιά.
Επίσης ζήτησαν στις έρευνες στον βυθό να συμμετάσχουν μαζί με τους Ελληνες και Ρώσοι δύτες, επειδή ο Γερμανός κυβερνήτης υποψιαζόταν ότι «οι Ελληνες δύται ευρίσκοντες το πτώμα δεν [θα] το ανείλκυον» για να μην κατηγορηθούν συμπατριώτες τους! Αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι οι Γερμανοί είχαν αποκρύψει από τις ελληνικές αρχές πως αμέσως μετά τον φόνο είχε διαπιστωθεί πως έλειπαν από το πλοίο μία στολή από το ιματιοφυλάκιο και δύο καρβέλια ψωμί και ένα μαχαίρι από την κουζίνα.
Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, οι έρευνες συνεχίζονταν και αναζητούνταν ο βασικός ύποπτος που ήταν ο εξαφανισμένος Γερμανός ναύτης Κόχλερ. Τελικά, εντοπίστηκε τυχαία και συνελήφθη κοντά στη σημερινή περιοχή του Ταύρου από τον εύζωνο Δημήτρη Σαούτη, ο οποίος αναδείχθηκε σε λαϊκό ήρωα. Στη σύλληψη συνέβαλε και ο αστυφύλακας Ευθύμιος Φρυγανάς. Ο δράστης ομολόγησε την πράξη του ισχυριζόμενος ότι στόχος του ήταν να κλέψει το κιβώτιο με τα χρήματα, αλλά κατά λάθος πήρε εκείνο που περιείχε τα έγγραφα.

Ωστόσο, εφημερίδες έγραψαν («Καιροί» φ. 6.11.1902) ότι ξένοι διπλωμάτες που παρακολουθούσαν την υπόθεση πίστευαν ότι πραγματικός στόχος ήταν τα έγγραφα και πως ο Κόχλερ είχε ξένους συνεργούς. Αυτό εκτιμούσε και η αστυνομία.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, το κιβώτιο περιείχε τον κρυπτογραφικό κώδικα της Γερμανίας, που χρησιμοποιούνταν για απόρρητες επικοινωνίες και επίσημα έγγραφα, σχετικά με υπόθεση κατασκοπίας που είχε αποκαλυφθεί εκείνη την περίοδο στο Βερολίνο. Παρά τα όσα υποστήριζαν αρχικά, οι Γερμανοί διπλωμάτες άρχισαν να δηλώνουν ότι το κιβώτιο δεν περιείχε σπουδαία έγγραφα. Η ελληνική κυβέρνηση και το Παλάτι επέλεξαν να κλείσει η υπόθεση. Ο Κόχλερ παραδόθηκε εσπευσμένα στους Γερμανούς, με το σκεπτικό ότι δεν έπρεπε να δικαστεί στην Ελλάδα, ενώ η νομιμότητα της παράδοσης επικυρώθηκε έναν μήνα αργότερα με βούλευμα.
Ταυτόχρονα, σε συνεννόηση με τη γερμανική πλευρά ξεκίνησε προσπάθεια κατευνασμού της κοινής γνώμης. Σε αυτό το πλαίσιο, πιθανότατα υπό πίεση, ο λιμενάρχης ανακάλεσε προηγούμενη γραπτή αναφορά του σχετικά με την προσβλητική στάση του κυβερνήτη και με νέα δήλωσή του στον Τύπο απέδωσε τη γερμανική φράση σε μεταφραστικό λάθος!
Κλείνοντας να πούμε ότι ο Κόχλερ καταδικάστηκε σε θάνατο στο Βερολίνο, ενώ ο κυβερνήτης Φον Ρόιτερ, παρότι αρχικά φαινόταν να ελέγχεται για ζητήματα πειθαρχίας στο πλοίο, στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ναύαρχο, διοικητή του Στόλου Ανοικτής Θαλάσσης, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
