Η εξωτερική πολιτική της Κίνας έχει ανά τις δεκαετίες διέλθει από διάφορα στάδια. Από την επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1949 και υπό την προεδρία του Μάο Τσετούνγκ, η Κίνα έβλεπε στους αντιαποικιακούς αγώνες της ασιατικής ηπείρου τον δρόμο προς την πραγμάτωση του βασικού της στόχου: την υποχώρηση της ευρωατλαντικής επιρροής στην ήπειρο. Στήριξε ιδεολογικά και υλικά τα λαϊκά εθνικοανεξαρτησιακά και σοσιαλιστικά κινήματα και υπερέβη μια αρχική στρατηγική αμφιθυμία απέναντι στο Ισραήλ, τελικά κατατάσσοντάς το στο πλευρό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αμφισβητώντας την ίδια τη νομιμοποίηση της υπόστασής του και προτάσσοντας τον αγώνα των Παλαιστινίων ως προμετωπίδα της πάλης για χειραφέτηση της ηπείρου.
Η συνολική μεταρρύθμιση της κινεζικής πολιτικής που ακολούθησε τον θάνατο του Μάο στα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε σαφή αντίκτυπο και στις σχέσεις της με τα κράτη της περιοχής. Η διαφαινόμενη υποχώρηση των εθνικοαπελευθερωτικών και προοδευτικών κινημάτων δεν έδινε πλέον χώρο σ’ έναν ριζοσπαστισμό που συν τοις άλλοις δεν άρμοζε στην προσπάθεια υιοθέτησης μιας λιγότερο πολεμικής στάσης και προοδευτικής ενσωμάτωσης της κινεζικής οικονομίας στην παγκόσμια.
Οι επόμενες δεκαετίες είδαν μια αλματώδη ανάπτυξη εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ Κίνας και κρατών της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Το 2022 ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών τους άγγιζε τα 368,4 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερδιπλάσιος αυτού με τις ΗΠΑ. Επιπλέον η Κίνα έχει επενδύσει μαζικά σε έργα υποδομών στην περιοχή, εντάσσοντάς τα στους ευρύτερους σχεδιασμούς της για την ανάπτυξη εμπορικών οδών όπως το πρότζεκτ «Μια ζώνη, ένας δρόμος». Η Δυτική Ασία έχει γίνει βασικός κόμβος προώθησης των κινεζικών οικονομικών επιδιώξεων.
Αυτή η έμφαση στην ανάπτυξη ενός πυκνού ιστού αμοιβαίων οικονομικών συμφερόντων αναπροσανατόλισε την κινεζική εξωτερική πολιτική, μετατρέποντάς την σε εργαλείο εμβάθυνσης της οικονομικής επιρροής. Η υιοθέτηση των αρχών της ουδετερότητας και του αντι-παρεμβατισμού προκύπτει απ’ αυτή την ιεράρχηση. Αποφεύγοντας να αναμειχθεί στις μύριες και φλέγουσες διενέξεις της περιοχής, η χαμηλοβλεπούσα κινεζική διπλωματία προσπάθησε να παίξει τον ρόλο της γεφυροποιού, προασπιζόμενη τις αρχές του διεθνούς δικαίου, προσφεύγοντας στους θεσμούς που το εγγυώνται και διανοίγοντας συμβιβαστικές οδούς μεταξύ αντιμαχόμενων εταίρων της.
Σ’ αυτές της τις προσπάθειες η Κίνα ούτε διεκδίκησε ούτε και φάνηκε να επιθυμεί να αντικαταστήσει την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή, όχι γιατί δεν έβρισκε κραυγαλέες ανισορροπίες στο πώς αυτή εξασκούνταν αλλά επειδή κάτι τέτοιο δεν θα συμβάδιζε με την αμφισβήτηση του μονοπολισμού που θέλει να εμπεδώσει στις διεθνείς σχέσεις και τον ριζικά διαφορετικό τρόπο εφαρμογής διπλωματικής και άλλης επιρροής που αυτή συνεπάγεται.
Οι πρόσφατες αναταραχές στην περιοχή, που ξεκίνησαν με την υπερδιετή γενοκτονική εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα και κλιμακώθηκαν πρωτόγνωρα με την αμερικανο-ισραηλινή ιμπεριαλιστική επιθετικότητα εναντίον του Ιράν, φέρνουν σε κρίση το τρέχον μοντέλο διαχείρισης εξωτερικών σχέσεων της Κίνας. Η κατ’ αρχήν ουδετερότητά της, άλλοτε μέσο σύγκλισης και συνεργασίας, μετατρέπεται σε αδυναμία όταν συμφέροντα ή και η υπόσταση στρατηγικών εταίρων πλήττονται βάναυσα από ένα αρειμάνιο ευρωατλαντικό μπλοκ που στοχεύει στην επίλυση των εσωτερικών του κρίσεων μέσω της εξωτερίκευσής τους, οξύνοντας τις διεθνείς αντιπαραθέσεις. Η επιτυχία του κινεζικού μοντέλου θα κριθεί απ’ το πώς θα καταφέρει να διατηρήσει τις βασικές αρχές του υπό την πίεση υιοθέτησης άλλων παρεμβατικότερων.
*Οικονομολόγος
