Η Μαρζάν Σατραπί πέθανε από θλίψη, στα 56 της χρόνια, λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Ματίας Ρίπα (σ.σ. παραγωγού, ηθοποιού και σεναριογράφου που είχε φύγει από τη ζωή στις 8 Απριλίου 2025), συζύγου της και έρωτα της ζωής της» ανακοίνωσαν χθες μέσω του γαλλικού ειδησεογραφικού πρακτορείου στενοί φίλοι και μέλη της οικογένειας της Ιρανογαλλίδας, δημιουργού κατ’ αρχάς του περίφημου αυτοβιογραφικού τετράτομου γκράφικ νόβελ «Περσέπολις», σκηνοθέτριας, συγγραφέα και εικαστικού. Και πόσο παράδοξο μοιάζει την εποχή που η γενέτειρά της βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς έντασης να σβήνει «μια μεγάλη καλλιτέχνιδα που ήταν η ψυχή του Ιράν στη Γαλλία», όπως έγραψε το Nouvel Observateur.
Η είδηση συγκλόνισε τη Γαλλία. Από τον Εμανουέλ Μακρόν ώς την Κατρίν Ντενέβ, προσωπικότητες του δημόσιου βίου την αποχαιρέτησαν με λόγια που ξεπερνούσαν τη σύμβαση μιας συλλυπητήριας ανακοίνωσης. Ο πιο χαρακτηριστικός όμως φόρος τιμής ήρθε από τους ανθρώπους του σκίτσου. Οι Luz, Beaudoin και Bahareh Akrami ξανασχεδίασαν τη Μαρζάν μετατρέποντάς τη για ακόμα μία φορά σε ηρωίδα κόμικς, αυτή τη φορά όχι δικής της έμπνευσης αλλά δικής τους, ακολουθώντας ως ύστατο χαιρετισμό τη χαρακτηριστική ασπρόμαυρη γραμμή της.
«Ναι, η Μαρζάν Σατραπί πέθανε από θλίψη» δήλωσε η σκιτσογράφος Coco στη Libération. «Είπε “άντε γεια” σε αυτή τη ζωή που της άρπαξε τον μεγάλο της έρωτα. Εβαλε μια τελεία στη δυνατή γραμμή που της χάρισε τη φήμη της, το Περσέπολις, τη δέσμευσή της και τον αγώνα της ενάντια στο καθεστώς των μουλάδων. Σε όλη της τη ζωή δεν έπαψε να υπερασπίζεται την ελευθερία του ιρανικού λαού, την ελευθερία των γυναικών απέναντι στη θρησκευτική καταπίεση και την ελευθερία της δημιουργίας». Η Coco θυμήθηκε μια γυναίκα γεμάτη αντιθέσεις: γέλιο και σοβαρότητα, δύναμη και ευθραυστότητα, χαρακτήρα και ευαισθησία. «Punk is not dead: η Μαρζάν θα μείνει, αιώνια και ανυπότακτη» κατέληξε.
Είκοσι τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το καλοκαίρι του 2002, η Libération παρουσίαζε στους αναγνώστες της τη νεαρή δημιουργό που ετοιμαζόταν να δημοσιεύσει τον τρίτο τόμο τού «Περσέπολις»: «Η Μαρζάν Σατραπί είναι 32 ετών, είναι Ιρανή, ζει στο Παρίσι, αφηγείται αδιάκοπα θλιβερές ιστορίες που κάνουν τον κόσμο να γελά μέχρι δακρύων. Τα μεγάλα μάτια της καταβροχθίζουν τον κόσμο· θέλουν να δουν τα πάντα και μερικές φορές έχουν δει υπερβολικά πολλά».
Οι δύο πρώτοι τόμοι τού «Περσέπολις» την είχαν ήδη καθιερώσει στην κορυφή του graphic novel επινοώντας σχεδόν ένα νέο είδος: την εικονογραφημένη αυτοβιογραφία. Στο πρώτο καρέ του έργου κιόλας η δεκάχρονη Μαρζί εμφανίζεται αναγκασμένη να φορέσει τσαντόρ σε μια Τεχεράνη όπου η Ισλαμική Επανάσταση είχε μόλις ανατρέψει τον σάχη και φέρει στην εξουσία τον αγιατολάχ Χομεϊνί. Μέσα από το βλέμμα αυτού του κοριτσιού η Σατραπί αφηγήθηκε την εμπειρία μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε ανάμεσα στην ελπίδα, τον φόβο και την καταπίεση.
Γεννημένη το 1969 στο Ραστ, σε εύπορη και πολιτικοποιημένη οικογένεια, έζησε από κοντά τις ανατροπές που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία του Ιράν. Οταν οι γονείς της αντιλήφθηκαν ότι το νέο καθεστώς γινόταν όλο και πιο ασφυκτικό, πήραν τη δύσκολη απόφαση να στείλουν τη 14χρονη κόρη τους στην Ευρώπη. Πρώτος σταθμός ήταν η Αυστρία. «Δεν είχα κανέναν να με καθησυχάζει. Ζούσα στο παρελθόν, επειδή το παρόν δεν παρουσιαζόταν ευνοϊκό» θυμόταν αργότερα. Δέκα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, μια χώρα που έμελλε να γίνει η δεύτερη πατρίδα της, παρότι η ίδια αστειευόταν συχνά για το «γκρίζο Παρίσι» των ατέλειωτων πολιτικών συζητήσεων.
Σπουδάζοντας στις Διακοσμητικές Τέχνες γνώρισε τους δημιουργούς του εκδοτικού οίκου L’ Association, οι οποίοι την ενθάρρυναν να αφηγηθεί την ιστορία της. «Αυτοί με έπεισαν να δημιουργήσω το Περσέπολις» έλεγε. Το πρώτο μέρος του έργου βραβεύτηκε το 2001 στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ. Ακολούθησαν άλλοι τρεις τόμοι και το 2007 η κινηματογραφική μεταφορά που συνυπέγραψε με τον Βενσάν Παρονό και απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες.
Μεταφρασμένο σε 32 γλώσσες το τετράτομο «Περσέπολις» έγινε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο και σύμβολο αντίστασης στον θρησκευτικό και πολιτικό αυταρχισμό, γυναικείας χειραφέτησης και ελευθερίας της έκφρασης. Ταυτόχρονα, προκάλεσε την οργή του ιρανικού καθεστώτος. «Με έχουν αποκαλέσει ψεύτρα και κατάσκοπο. Εμαθα να μη ζω με τον φόβο» είχε δηλώσει.
Η καλλιτεχνική πορεία της δεν περιορίστηκε στο «Περσέπολις». Το «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα» τιμήθηκε επίσης στην Ανγκουλέμ και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, ενώ αργότερα η Σατραπί ακολούθησε μια διεθνή σκηνοθετική διαδρομή με ταινίες όπως «The Voices» και «Radioactive». Ωστόσο καμία επιτυχία δεν επισκίασε ποτέ τον πολιτικό της λόγο.
Μέχρι το τέλος παρέμεινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες επικρίτριες του καθεστώτος της Τεχεράνης. Το 2025 αρνήθηκε να παραλάβει τη Λεγεώνα της Τιμής καταγγέλλοντας τη στάση της Γαλλίας απέναντι στους Ιρανούς αντιφρονούντες και καλλιτέχνες. Δεν έπαψε να υπερασπίζεται τις πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, τα δικαιώματα των γυναικών και το δικαίωμα στη διαφωνία. «Εχω φωνή, έχω δημόσια παρουσία και είμαι γνωστή στη Γαλλία. Κάνω απλώς αυτό που θεωρώ καθήκον μου» έλεγε η γυναίκα για την οποία η τέχνη ήταν ο τρόπος να κοιτάει την πραγματικότητα κατάματα.
