Οι πολιτικοί της ΕΕ υποσχέθηκαν να αυξήσουν τις απελάσεις μεταναστών χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, βάσει ενός νέου νόμου του οποίου οι επικριτές λένε ότι αντιγράφει στοιχεία από τη βάναυση καταστολή της μετανάστευσης από την κυβέρνηση Τραμπ, όπως μετέδωσε σε δημοσίευμά της ο Guardian.
Οριστικοποιώντας το βασικό στοιχείο ενός αναθεωρημένου συστήματος ασύλου και μετανάστευσης της ΕΕ, οι πολιτικοί συμφώνησαν σε έναν κανονισμό που θα επιτρέπει στις εθνικές κυβερνήσεις να κάνουν εφόδους σε σπίτια για την εκτέλεση αποφάσεων απέλασης.
Τι προβλέπουν οι νέες διατάξεις
Τα άτομα που αντιμετωπίζουν εντολή απέλασης και θεωρούνται μη συνεργάσιμα ή ύποπτα φυγής θα μπορούσαν να κρατηθούν για έως και δύο χρόνια, με δυνατότητα παράτασης μέχρι και τους 30 μήνες, σε σύγκριση με την περίοδο κράτησης 18 μηνών που ίσχυε με τον παρόντα κανονισμό. Σε όσους αρνούνται να συμμορφωθούν με μια εντολή απέλασης, θα μπορούσαν να κοπούν τα επιδόματα ή άλλες παροχές.
Ο κανονισμός θα επιτρέψει επίσης τη δημιουργία υπεράκτιων κέντρων επιστροφής (offshore return hubs), δηλαδή κέντρων εκτός της ΕΕ όπου οι άνθρωποι χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα θα κρατούνται για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, εν αναμονή της επιστροφής στη χώρα προέλευσής τους.
Αρκετές χώρες της ΕΕ βρίσκονται σε συνομιλίες με χώρες, κυρίως στην Αφρική, για τη δημιουργία κέντρων επιστροφής, αν και δεν έχουν ανακοινωθεί συμφωνίες.
Το κείμενο που συμφωνήθηκε στις τριμερείς συνομιλίες της Δευτέρας μεταξύ των κύριων θεσμικών οργάνων της ΕΕ –του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής– θα επιτρέπει την έρευνα στα σπίτια των ανθρώπων «ή σε άλλους σχετικούς χώρους» και την κατάσχεση προσωπικών αντικειμένων προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με μια εντολή απέλασης.
Η κράτηση θα επιτρέπεται για ασυνόδευτους ανηλίκους και οικογένειες με παιδιά, «ως μέτρο έσχατης ανάγκης» και «για το συντομότερο εφικτό χρονικό διάστημα λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος παιδιού», ανέφερε δελτίο τύπου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Τα άτομα που θεωρούνται κίνδυνος για την ασφάλεια θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ισόβια απαγόρευση εισόδου στην ΕΕ, κατά παράταση της ισχύουσας μέγιστης διάρκειας απαγόρευσης η οποία ανέρχεται στα 10 έτη.
Η ΕΕ ελπίζει ότι τα μέτρα θα αυξήσουν τις απελάσεις ατόμων στα οποία έχει απορριφθεί το αίτημα για διεθνή προστασία (άσυλο), και γενικά όσων έχουν υπερβεί τη διάρκεια της βίζας τους ή δεν έχουν δικαιώματα διαμονής. Επί του παρόντος, μόνο το 20% περίπου των ατόμων που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ επιστρέφουν με επιτυχία στις χώρες προέλευσής τους.
Αξιωματούχοι της ΕΕ χαιρέτισαν τον νόμο ως ένα σημαντικό βήμα στη διαχείριση της μετανάστευσης χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα. «Με τους νέους κανόνες, έχουμε μεγαλύτερο έλεγχο στο ποιος μπορεί να έρθει στην ΕΕ, ποιος μπορεί να μείνει και ποιος πρέπει να φύγει», δήλωσε ο Μάκγνους Μπρούνερ, Ευρωπαίος Επίτροπος για τη Μετανάστευση, ο οποίος συνέταξε τις αρχικές προτάσεις.
Οι επικριτές κατηγόρησαν την ΕΕ ότι αντιγράφει τις πρακτικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE), η οποία υπό τη δεύτερη προεδρία Τραμπ έχει ξεκινήσει μια σκληρή και βίαιη καταστολή, των μεταναστών χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα.
Η Mélissa Camara, ευρωβουλεύτρια των Πρασίνων, δήλωσε ότι το κείμενο «πλήττει τα διοικητικά δικαιώματα, παρατείνει τη διάρκεια της κράτησης και αντιγράφει τις πρακτικές της ICE επιτρέποντας στις αρχές να πραγματοποιούν εφόδους σε σπίτια».
Η συμμαχία του ΕΛΚ με την ακροδεξιά
Η συμφωνία κατέστη δυνατή αφού το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) συμμάχησε με ακροδεξιές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάρτιο για να προωθήσει πιο αυστηρά μέτρα για την επιστροφή, ατόμων χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα. Πριν το κοινοβούλιο μετατοπιστεί προς τα δεξιά στις ευρωεκλογές του 2024, λειτουργούσε παραδοσιακά ως φρένο, στα πιο «σκληρά ένστικτα» των κρατών-μελών της ΕΕ.
Χαιρετίζοντας τη συμφωνία, η Regina Doherty, ευρωβουλευτής του ΕΛΚ από την Ιρλανδία, δήλωσε: «Αυτή η συμφωνία δεν αφορά άτομα που έχουν έρθει νόμιμα στην Ευρώπη, όσους εργάζονται, σπουδάζουν ή συνεισφέρουν στις κοινότητές μας, ούτε αφορά άτομα στα οποία έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία. Πρόκειται για τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για την αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου ένα άτομο έχει περάσει από τη νομική διαδικασία και έχει διαπιστωθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να παραμείνει».
Η ίδια είπε ότι υπάρχει «πάρα πολλή παραπληροφόρηση» σχετικά με τη μετανάστευση, με πολύπλοκα ζητήματα να μετατρέπονται «σε συνθήματα, οργή και ψευδείς ισχυρισμούς».
Η Silvia Carta, υπεύθυνη συνηγορίας στην Πλατφόρμα Διεθνούς Συνεργασίας για τους Μετανάστες Χωρίς Ταξιδιωτικά Έγγραφα (PICUM) με έδρα τις Βρυξέλλες, δήλωσε ότι ο νόμος θα «εκθέσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε βλάβη και βία – από τον εγκλεισμό ανθρώπων σε κέντρα κράτησης μεταναστών για έως και 30 μήνες, μέχρι και τη διάλυση οικογενειών και την αποστολή ανθρώπων, σε χώρες τις οποίες δεν γνωρίζουν καν».
Η ίδια προσέθεσε: «Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, βλέπουμε τη βία και τον φόβο που προκαλεί η βάναυση καταστολή της μετανάστευσης από την ICE. Η Ευρώπη θα έπρεπε να μαθαίνει, από τις ζημιές αυτού του μοντέλου, όχι να φτιάχνει μια δική της εκδοχή».
Ο νόμος για τις επιστροφές, ο οποίος θα εγκριθεί επίσημα από το Συμβούλιο της ΕΕ και το Κοινοβούλιο, ολοκληρώνει μια μακρά αναθεώρηση των διαδικασιών ασύλου και μετανάστευσης, η οποία ξεκίνησε το 2020, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η επανάληψη της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, όταν 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι –πολλοί από τη σπαρασσόμενη από τον πόλεμο Συρία, και από το Αφγανιστάν– αναζήτησαν καταφύγιο στην Ευρώπη.
