ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την Πέμπτη, 30/4/2026, στην κατάμεστη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ (ΕΣΟΕΡΤ), υπό τον αρχιμουσικό Μιχάλη Οικονόμου, έδωσε μια συναυλία που, παρά το ευφυώς συγκροτημένο πρόγραμμα, άφησε περίεργα άνισες εντυπώσεις.

Η βραδιά ξεκίνησε με την αιθέρια «Παβάνα» (1887/88) του Φορέ. Ανάλαφρο, δραματουργικά αβαρές κομμάτι, που στην ενορχηστρωμένη από τον συνθέτη εκδοχή χορογραφήθηκε αργότερα (1917) από τον Λεονίντ Μασίν για τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιάγκιλεφ, η νοσταλγική, σχεδόν γλυκερή «Παβάνα» απέβη η δημοφιλέστερη σύνθεση του Φορέ. Η ΕΣΟΕΡΤ υπό τον Οικονόμου πρόσφερε μια ταιριαστά ατμοσφαιρική, χαλαρή αλλά ταυτόχρονα ακριβή ανάγνωση.

Ακολούθησε αμέσως το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2» του Σοπέν με σολίστ την Ελιζαμπέτ Ζομπάρ (Elisabeth Sombart). H πολυβραβευμένη, γερμανικής καταγωγής, 67χρονη Γαλλίδα πιανίστρια με την τεράστια δισκογραφία, εκτός από λαμπρή μουσική σταδιοδρομία πολλών δεκαετιών, δραστηριοποιείται εδώ και τρεις δεκαετίες στη φιλανθρωπία. Το 1998 ίδρυσε το Fondation Résonnance με στόχο να φέρει την κλασική μουσική σε νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, φυλακές και στρατόπεδα προσφύγων. Με βάση την Ελβετία και κλάδους σε Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Λίβανο και Ρουμανία, το ίδρυμα προσφέρει δωρεάν μόρφωση στην κλασική μουσική, master class και συναυλίες. Η εκτέλεση του διάσημου κοντσέρτου που πρόσφερε με την ΕΣΟΕΡΤ, άφησε εντυπώσεις που εξ αρχής ξένισαν έντονα όποιον γνωρίζει το έργο.

Η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα στο Μέγαρο Μουσικής: Σε ποιον αρέσει ένας απονευρωμένος Σοπέν;
Ο Μιχάλης Οικονόμου διευθύνει την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ | Photo: ΕΣΟΕΡΤ

Εκτός του ότι η όλη ερμηνεία της εκτυλίχτηκε σε δυσεξήγητα έως αδικαιολόγητα αργή ταχύτητα, στο τελευταίο μέρος του έργου ένα απρόσμενο, επίμονο κενό μνήμης ξάφνιασε δυσάρεστα, καθώς υποχρέωσε την ορχήστρα να σιωπήσει και την πιανίστρια να διακόψει και να επανεκκινήσει τρεις φορές το σόλο της. Η ψυχραιμία του Οικονόμου έσωσε την κατάσταση.

Ομως γενικά το παίξιμο της Ζομπάρ εντρύφησε αποκλειστικά και αδιαπραγμάτευτα –ΕΣΟΕΡΤ και Οικονόμου ακολούθησαν νομοτελειακά– σε μια ερμητικά εσωστρεφή, υπερευαίσθητη ανάδειξη της μελωδικής δομής της μουσικής.

Στον βαθμό που εφαρμόστηκε καθολικά ως εφέ αυτό, ουδόλως έπεισε: αντίθετα, η υπερβολική επιβράδυνση απονεύρωνε ολοκληρωτικά τη μουσική του Σοπέν, καταπιέζοντας μέχρις αδρανοποιήσεως τα «αρσενικά» στοιχεία της γραφής του, όπως τις σβέλτες, ελαστικές αυξομειώσεις ταχυτήτων στο ξετύλιγμα της φραστικής. Κυρίως, όμως, επιβράδυνε τη ροή της μουσικής, καταργώντας την αυτονόητη δραματουργική νοηματοδότηση που εκπορεύεται από τον ρωμαλέο ωστικό παλμό στις κορυφώσεις. Ταυτόχρονα άφηνε έκθετες νοηματικά τις εξάρσεις της δυναμικής που, επιπλέον, κατέπνιγαν πλήρως το πιάνο.

Ολοκληρώνοντας αυτήν την καταφανώς προβληματική ερμηνεία με (αίφνης!) δυναμικό και νευρώδες παίξιμο στο Allegro vivace, η Ζομπέρ πρόσφερε εκτός προγράμματος μια (δική της;) πιανιστική «Προσευχή για την ειρήνη», ένα μινιμαλιστικά απλό έως απλοϊκό κομμάτι ήπιας συναισθηματικής φόρτισης. Σε κάθε περίπτωση το ακροατήριο που είχε γεμίσει την αίθουσα χειροκρότησε ενθουσιωδώς…

Το δεύτερο μισό της βραδιάς ξεκίνησε με ένα από τα εμβληματικά όσο και κομβικά έργα του μουσικού μοντερνισμού, γραμμένο λίγο πριν από το 1900. Το μόλις 10λεπτης διάρκειας συμφωνικό ποίημα του Ντεμπισί «Το απομεσήμερο ενός φαύνου», εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Μαλαρμέ, απέμεινε διάσημο τόσο για τη ρευστή δομή και την εμπρεσιονιστική αρμονική του γλώσσα, όσο και για το σκάνδαλο που συνόδεψε την αισθησιακή χορογράφησή του από τον Νιζίνσκι για τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιάγκιλεφ (Παρίσι, 1912). Με άξονα τις ωραίες συνεισφορές των ξύλινων πνευστών και της άρπας, Οικονόμου και ΕΣΟΕΡΤ πρόσφεραν μια πολύ ικανοποιητικά φροντισμένη ερμηνεία.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με «Τα πρελούδια» (1845/56) του Λιστ. Μουσική καθαρόαιμα έως απερίφραστα ρομαντική, αρθρωμένη με εύληπτες, μαχητικές, μελωδικές εξάρσεις και εμβατηριακές κορυφώσεις, το κάποτε ιδιαίτερα δημοφιλές συμφωνικό ποίημα του Λιστ αποδόθηκε με τα ζητούμενα, δεόντως ανεβασμένα επίπεδα ενέργειας, κερδίζοντας εύκολα και δίκαια –γι’ αυτό αναφερθήκαμε στο ευφυώς συγκροτημένο πρόγραμμα στην αρχή– τις εντυπώσεις και το θυελλώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου.