ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 15 Δεκεμβρίου 1913. Πέθανε στην ίδια πόλη στις 12 Φεβρουαρίου 1980. Σε αυτά τα 67 χρόνια που έζησε, έζησε ως ποιήτρια, δοκιμιογράφος, βιογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων και πολιτική ακτιβίστρια. Γιατί η Μιούριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser) δεν υπήρξε απλώς μια πολιτικοποιημένη ποιήτρια, αλλά μια γυναίκα που έγινε ποιήτρια για να μιλήσει για βαθιά πολιτικά ζητήματα, αλλάζοντας το πώς η αμερικανική ποίηση (η ευρωπαϊκή είχε προηγηθεί) μίλησε για το σώμα, την Ιστορία, την εργασία, τη φυλή, τον πόλεμο, τη σεξουαλικότητα και τη δημόσια αλήθεια. «Δεν έχει νόημα να γράψει κανείς ποίηση αν δεν είναι γι’ αυτόν ένας δρόμος γνώσης, μνήμης, αντίστασης και δημόσιας ευθύνης» έλεγε.

Η Ρουκάιζερ εμφανίστηκε πολύ νέα στα αμερικανικά γράμματα. Το πρώτο της βιβλίο, «Theory of Flight», τιμήθηκε το 1935 με το βραβείο της σειράς Yale Younger Poets, όταν η ίδια ήταν μόλις 21 ετών και ενώ έπαιρνε κάποια μαθήματα στο Γέιλ. Κι όμως δεν στάθηκε σε αυτό, ούτε απομονώθηκε σε μία δική της, ασφαλή προσωπική καλλιτεχνική περιοχή. Τόλμησε να γράψει μέσα στα γεγονότα και να τα χρησιμοποιήσει για να τονίσει τις βαθύτερες αλήθειες που πηγάζουν από αυτά: από τον Ισπανικό Εμφύλιο και τις κοινωνικές αδικίες της Μεγάλης Υφεσης, στον αγώνα κατά του φασισμού, αργότερα στο κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και το παγκόσμιο κίνημα ειρήνης και πυρηνικού αφοπλισμού. Ακριβώς γι’ αυτό η μεταγενέστερη της ίδιας επίσης ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας Μέριλιν Χάκερ, έγραψε για τη Ρουκάιζερ: «Η ποίησή της μπορούσε να περιλάβει τόσο την επιστήμη όσο και την ιστορία, την ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος, από την περίοδο της Μεγάλης Υφεσης έως τα αντιπολεμικά κινήματα στα οποία η ποιήτρια συμμετείχε ενεργά, ειδικά προς το τέλος της σταδιοδρομίας της».

Το μεγάλο της έργο-τομή της ίδιας είναι το «The Book of the Dead», που δημοσιεύτηκε το 1938, ενώ προήλαυνε ο ναζισμός. Θέλοντας ακριβώς να φανερώσει τον σκοταδισμό του, επιλέγει να καταπιαστεί με τη μικροϊστορία: γράφει για την τραγωδία του Hawk’s Nest Tunnel στη Δυτική Βιρτζίνια, όπου εκατοντάδες εργάτες, κυρίως μαύροι, πέθαναν από πυριτίαση, δουλεύοντας χωρίς επαρκή προστασία. Η ίδια πήγε στην περιοχή, μίλησε με θύματα και οικογένειες, και μετέτρεψε καταθέσεις, ιατρικές αναφορές, δικαστικά υλικά σε ποίηση. Κάπως έτσι δημιούργησε μία νέα μορφή ντοκιμαντερίστικης ποιητικής σε μεγάλης έκτασης ποιήματα, κάνοντας ντοκουμέντο, ερευνητική δημοσιογραφία, πολιτική και λυρική καταγραφή μαζί. Γι’ αυτό και τη χαρακτήρισαν ως «ποιήτρια-εκπρόσωπο»: «Ποιος θα μιλήσει για αυτές τις μέρες, αν όχι εγώ, αν όχι εσύ;» έγραφε. «Τέρμα οι μάσκες. Τέρμα οι μυθολογίες» κραύγαζε στους στίχους της.

Ταυτόχρονα, ήταν σημαντική μορφή αναφοράς για φεμινίστριες ποιήτριες και ακτιβίστριες του 1960 και του 1970, όταν καθοδήγησε πλήθος νεότερων ποιητριών, όπως οι Αλις Γουόκερ, Αν Σέξτον, Σάρον Ολντς, Αντριέν Ριτς (για την οποία γράψαμε σε προηγούμενο φύλλο). Ως γυναίκα δεν δέχτηκε τα όρια που όριζαν για τις γυναίκες της εποχής της – κάτι που ελάχιστες γυναίκες κάνουν ακόμα και σήμερα! Ούτε καν η ποίησή της είναι «γυναικεία», με την περιοριστική, διακοσμητική έννοια. Εγραψε ποίηση εξουσίας, σύγκρουσης, επιθυμίας και δημόσιας ευθύνης. Εβαλε τη γυναικεία εμπειρία στο κέντρο της Ιστορίας. Και το σημαντικότερο (για μας έστω): δεν έγινε ποτέ κυνική. Ο ιδεαλισμός της, αν και συγκρούστηκε με κάθε είδους κατεστημένο, δεν την έκανε να χάσει την αισιοδοξία της. Η οδύνη της για την κοινωνική και πολιτική καταπίεση κατά καιρούς «αναμειγνυόταν με την πίστη μιας ρομαντικής στην τελειοποίηση του σύμπαντος και με την πίστη μιας νεαρής πατριώτισσας στην τελειοποίηση του έθνους της», όπως έγραψε ο Roy B. Hoffman στην κριτική του στη Village Voice.

Η Poetry Foundation τη χαρακτηρίζει κεντρική μορφή τόσο του αμερικανικού μοντερνισμού όσο και των αριστερών πολιτικών κοινοτήτων, καθώς «η ποίησή της ήταν εργαλείο συνείδησης». Στο δοκίμιό της «The Life of Poetry» υποστήριζε ότι η ποίηση είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, όχι απόδραση από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η φωνή της παραμένει τόσο σύγχρονη. Γιατί θεωρούσε πως η κοινωνία φοβάται την ποίηση επειδή φοβάται το συναίσθημα, τη μνήμη και την πλήρη επίγνωση. Και πόσο δίκιο είχε – βλέπει κανείς κανέναν μεγάλο ποιητή ή ποιήτρια σήμερα; Δεν θα ’πρεπε με τα όσα αδιανόητα ακραία συμβαίνουν;

Στο ίδιο σήμερα, η Μιούριελ Ρούκαϊζερ διαβάζεται ως πρόδρομος πολλών πραγμάτων που θεωρούμε αυτονόητα και ταυτόχρονα έχουμε ξεχάσει: της φεμινιστικής γραφής, της ποίησης-ντοκουμέντου, της περιβαλλοντικής και εργατικής μαρτυρίας, της λογοτεχνίας ως πολιτικής ευθύνης. Αφησε πίσω της εκατοντάδες ποιήματα, αλλά και έναν τρόπο να στέκεται κανείς απέναντι στον κόσμο: χωρίς μάσκες, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς να χωρίζει την προσωπική αλήθεια από τη δημόσια αλήθεια, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να την κρύψουν.