ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Γιαλκέτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ακριβής ορισμός της έννοιας «επανάσταση» ήταν και παραμένει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους ιστορικούς. Ο Ντόναλντ Σασούν, στο βιβλίο του «Revolutions» (Verso, 2025), αναμετριέται και με αυτό το πρόβλημα. Ο Βρετανός ιστορικός μελετάει πέντε μεγάλες επαναστάσεις -τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο, τον πόλεμο της αμερικανικής ανεξαρτησίας, τη Γαλλική, τη Ρωσική και την Κινεζική Επανάσταση- καθώς και την πορεία ενοποίησης της Γερμανίας και της Ιταλίας. Βαθύς γνώστης του παρελθόντος, ο Σασούν καταρρίπτει μύθους και εσφαλμένες ερμηνείες και ρίχνει νέο φως σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου του:

Το ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» αποτελεί μέρος της ιστορίας της πολιτικής (και της Αριστεράς ιδιαίτερα) τουλάχιστον από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης.

Η κοινή ερμηνεία υποδηλώνει ότι «μεταρρύθμιση» σημαίνει μια πρόοδο που αποβλέπει στο να διατηρήσει και να βελτιώσει τη δομή, την πολιτική ή το κράτος, τα οποία πρέπει να μετασχηματιστούν διατηρώντας ωστόσο την «ουσία» τους, ενώ η «επανάσταση» είναι ένα γεγονός που ανατρέπει τη δομή, την πολιτική ή τη συγκρότηση ενός κράτους. Παρόμοια με τα περισσότερα πολύπλοκα φαινόμενα, είναι πρακτικά αδύνατο να ορίσουμε μιαν επανάσταση, παρεκτός με γενικούς όρους, όπως προσπαθεί θαρραλέα να το κάνει η Theda Skocpol, όταν εξηγεί ότι οι κοινωνικές επαναστάσεις είναι «γρήγοροι, θεμελιώδεις μετασχηματισμοί του κράτους και των δομών μιας κοινωνίας· και συνοδεύονται και εν μέρει υποστηρίζονται από εξεγέρσεις που βασίζονται σε στρώματα προερχόμενα από τα κάτω».

Αλλαγές στην κοινωνική δομή μπορεί να γίνουν και χωρίς επανάσταση. Ή μπορεί να προηγούνται της επανάστασης ή να την ακολουθούν. Συνήθως οι επαναστάσεις αρχίζουν με την κατάρρευση του κράτους, με την έννοια ότι οι μηχανισμοί του (οικονομικοί, δημόσιας τάξης κ.λπ.) δεν λειτουργούν πλέον. Ακολουθεί μια περίοδος κρίσης, μετά από την οποία το κράτος θα αναδιοργανωθεί, πιθανόν με μιαν ελαφρώς αλλαγμένη μορφή, ή θα αναδυθεί ένα νέο κράτος. Αλλά η φασιστική Ιταλία ή η ναζιστική Γερμανία υπήρξαν το αποτέλεσμα επαναστάσεων, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι υποστηρικτές τους; Σε τελική ανάλυση, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το ιταλικό «φιλελεύθερο» κράτος κατέρρευσαν, αν και με τρόπο όχι ιδιαίτερα βίαιο, δεδομένου ότι τόσο ο Μουσολίνι όσο και ο Χίτλερ εκλέχθηκαν κανονικά και η βία που αμέσως ακολούθησε «νομιμοποιήθηκε». Παρόμοια, η πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και στην ΕΣΣΔ, που είχε ως συνέπεια την κατάρρευση των υπαρχόντων κρατών, με περιορισμένη λαϊκή συμμετοχή, δεν χαρακτηρίστηκε «επανάσταση», ενώ από ορισμένους αδιάλλακτους κομμουνιστές χαρακτηρίστηκε αντεπανάσταση.

Αυτό που χαρακτηρίζει μιαν επανάσταση είναι μήπως η συμμετοχή των μαζών, όπως υποθέτουν πολλοί μαρξιστές (και μη μαρξιστές) μελετητές; Και αυτό είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Η πλειονότητα των ρωσικών μαζών δεν πήρε μέρος στις αληθινές και ξεχωριστές επαναστάσεις του 1917, είτε ήταν εκείνη του Φεβρουαρίου, που έθεσε τέρμα στη δυναστεία των Ρομανόφ, είτε εκείνη του Οκτωβρίου, που εγκαινίασε τη διαδικασία η οποία οδήγησε στη νίκη των μπολσεβίκων. Τελικά οι μάζες θα παρέμβουν, αλλά στο πλαίσιο των μεταγενέστερων εμφύλιων πολέμων και σε διάφορα μέτωπα.

Τι να πούμε έπειτα για τις επαναστάσεις εναντίον της αποικιοκρατίας; Θα οδηγήσουν στην καταστροφή του μηχανισμού του αποικιακού κράτους και στην αντικατάστασή του από ένα κράτος που κυβερνιέται είτε από τους αποίκους (όπως στις επαναστάσεις της Αμερικής) είτε από τον αυτόχθονα πληθυσμό (όπως στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής). Και σε αυτές τις περιστάσεις, οι ελίτ ήταν εκείνες που έπαιξαν τον κυριότερο ρόλο. Επειτα υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος προσαρτά άλλα, όπως συνέβη με την ενοποίηση της Ιταλίας (1861) και με εκείνη της Γερμανίας (1870) στον 19ο αιώνα. Θα οδηγήσουν σε πολύ σημαντικές και ριζικές αλλαγές καθεστώτων (ακόμη και στα κράτη που προσάρτησαν άλλα, στο Πεδεμόντιο στην περίπτωση της Ιταλίας και στην Πρωσία στην περίπτωση της Γερμανίας).

Οι μεταρρυθμίσεις φαίνεται να είναι ειρηνικές και οι επαναστάσεις βίαιες. Οι πρώτες είναι συχνές ενώ οι δεύτερες είναι σπάνιες, λόγος για τον οποίο οι περισσότεροι συμπαρατάσσονται με τους μεταρρυθμιστές. Η ελκυστικότητα των μεταρρυθμίσεων είναι τόση ώστε οι ίδιοι οι επαναστάτες υποχρεώνονται συχνά να τις υπερασπίζονται, ή για να δείξουν, στην περίπτωση που αυτές θα αποτύχουν, ότι τίποτα δεν θα αλλάξει αν δεν γίνει μια βίαιη επανάσταση, ή για να προσελκύσουν στις γραμμές τους όσους δεν είναι ακόμη επαναστάτες αλλά επιθυμούν την αλλαγή.

Φυσικά «μεταρρύθμιση» χωρίς κάποια συμφραζόμενα δεν σημαίνει πολλά. Μπορούν να οριστούν ως μεταρρυθμίσεις η καθολική ψήφος, το δικαίωμα στην εκπαίδευση για τις γυναίκες, η κατάκτηση της ισότητας των δικαιωμάτων για τους μαύρους (ή για τις γυναίκες ή για τους ομοφυλόφιλους), η πραγματική εξουσία που δόθηκε στα κοινοβούλια, το υποχρεωτικό όριο στην εργάσιμη μέρα, η φορολόγηση των πλούσιων, η επιβολή δασμών για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας, το ελεύθερο εμπόριο για τη διευκόλυνση των εξαγωγών, η κατάργηση ορισμένων προνομίων των ισχυρών, η επανίδρυση μιας θρησκείας, η ρύθμιση (ή απορρύθμιση) της οικονομίας; Ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. Ορισμένοι από αυτούς τους στόχους, για παράδειγμα η γυναικεία ψήφος, επιτεύχθηκαν με τη χρήση λίγης βίας. Οταν οι μεταρρυθμιστές αποτυγχάνουν, οι επαναστάσεις πλησιάζουν, αλλά τελικά τα πράγματα δεν επανέρχονται εκεί που ήσαν αρχικά, αλλά μάλλον εκεί που θα μπορούσαν να βρεθούν αν οι μεταρρυθμίσεις εφαρμόζονταν αμέσως. Αυτή φυσικά είναι η επιχειρηματολογία που προτιμούν οι μεταρρυθμιστές: οι επαναστάσεις είναι ανώφελες.

Σε ένα μάλλον ανιστόρητο χωρίο, η Χάνα Αρεντ ισχυρίστηκε ότι «η ελευθερία διατηρήθηκε καλύτερα σε χώρες όπου δεν ξέσπασε καμία επανάσταση, όσο άδικη και τυραννική μπορούσε να είναι εκεί η άσκηση της εξουσίας. Και υπάρχουν περισσότερες ελευθερίες σε χώρες όπου η επανάσταση ηττήθηκε από όσο σε άλλες όπου υπήρξαν νικηφόρες επαναστάσεις». Προφανώς δεν σκεφτόταν τη ναζιστική Γερμανία ή τη φασιστική Ιταλία. Και βέβαια οι επαναστάσεις είναι αιματηρές και βίαιες, αλλά και οι πόλεμοι είναι εξίσου (και μάλιστα περισσότερο) βίαιοι και συχνά δοξάζονται περισσότερο από τις επαναστάσεις, όπως καταδεικνύουν τα πολυάριθμα μνημεία που υπάρχουν σε τόσες δυτικές χώρες, τα οποία είναι αφιερωμένα στη μνήμη των πεσόντων του Πρώτου και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου ή του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου.

Τον Ιανουάριο του 1989, καθώς πλησίαζε η επέτειος των διακοσίων χρόνων από τη Γαλλική Επανάσταση, ο Μισέλ Ροκάρ, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Γαλλίας, θεώρησε ότι οι εορτασμοί θα μπορούσαν να πείσουν τους ανθρώπους ότι οι επαναστάσεις είναι επικίνδυνες και ότι «αν μπορούσαμε να απαλλαγούμε από αυτές, τόσο το καλύτερο». Οι πολιτικοί αναπόφευκτα παίρνουν από την ιστορία αυτό που μπορούν και αυτό που θέλουν. Οι ιστορικοί θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί. Γνωρίζουν ότι οι αληθινοί αντιδραστικοί (με την πιο αυστηρή ερμηνεία του όρου) θα χάνουν πάντοτε, δεδομένου ότι τίποτα δεν μπορεί να επιστρέψει σε μιαν ίδια προηγούμενη θέση και τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει ακίνητο. Η αλλαγή ασκεί μεγαλύτερη έλξη από την απραξία. Αυτή είναι μια ιστορική σταθερά. Φυσικά, σε κάθε εποχή υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να αλλάξουν και επομένως οι μεταρρυθμιστές, ακόμη και οι επαναστάτες, οφείλουν να μάθουν να πλοηγούν ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να αλλάξει και σε αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Το να ανακαλύπτει κανείς ποιο είναι το πεδίο των ελιγμών του -τι μπορεί να κάνει και τι όχι- είναι κομβικής σημασίας στην τέχνη της πολιτικής. Οι επαναστάσεις είναι απλώς μέσα για να επιτευχθεί η αλλαγή όταν απλές μεταρρυθμίσεις είναι ανεπαρκείς ή ανέφικτες. Υποτίθεται ότι δημιουργούν κάτι εντελώς νέο, ότι προσπαθούν να καταργήσουν το παλιό, ότι αλλάζουν με τρόπο ριζικό τις οικονομικές και πολιτικές δομές. Συνοδεύονται συχνά από μια βίαιη κρίση ή από έναν ξεσηκωμό. Παρόλο που είναι πάντα το έργο μειοψηφιών, χρειάζεται να απολαμβάνουν αξιοσημείωτη λαϊκή υποστήριξη, προκειμένου να διακρίνονται από μιαν απλή κατάληψη εξουσίας ή από ένα πραξικόπημα.