Η ασφάλεια των μαθητών και των εκπαιδευτικών είναι κορυφαίο ζήτημα. Πρώτες βοήθειες, πρόληψη, αγωγή υγείας και διαχείριση επειγουσών καταστάσεων πρέπει πράγματι να αποτελούν οργανικό μέρος της λειτουργίας κάθε σχολείου. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, κάθε σχετική πρωτοβουλία οφείλει να εξετάζεται με αυστηρά δημόσια κριτήρια: ποιον καλύπτει, πόσο κοστίζει, πώς επιλέγεται, ποια συνέχεια έχει και αν εντάσσεται σε ένα συνολικό, σταθερό και καθολικό σχέδιο για το δημόσιο σχολείο.
Η πρόσφατη είδηση για πιλοτικό πρόγραμμα ύψους περίπου 500.000 ευρώ για την επιμόρφωση 500 εκπαιδευτικών στη σχολική ασφάλεια ανοίγει ακριβώς αυτή τη συζήτηση. Το πρόγραμμα αφορά τη «Δημιουργία Μοντέλου Ασφαλούς Σχολείου» / Healthaid.edu, με δικαιούχο τον ΕΛΚΕ του Πανεπιστημίου Πατρών, χρηματοδότηση από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026–2030 και αντικείμενο την επιμόρφωση σε πρόληψη, αγωγή υγείας, πρώτες βοήθειες και διαχείριση επειγόντων περιστατικών (Πιλοτική εφαρμογή μιας ολιστικής παρέμβασης Πρόληψης, Αγωγής Υγείας και Διαχείρισης Επειγουσών Καταστάσεων “Πρόγραμμα Δημιουργία Μοντέλου Ασφαλούς Σχολείου” ΑΑ 9656, ΚΩΔ.Π162-1.10 4η 2026).
Η ανάγκη είναι υπαρκτή. Σε ένα σχολείο μπορεί να προκύψει λιποθυμικό επεισόδιο, αλλεργική αντίδραση, τραυματισμός, κρίση πανικού, σεισμός, πυρκαγιά ή άλλο επείγον περιστατικό. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν βασικές διαδικασίες πρόληψης και πρώτης ανταπόκρισης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα τόσο κρίσιμο πεδίο αντιμετωπίζεται με όρους περιορισμένης πιλοτικής δράσης, χωρίς να είναι σαφές αν υπάρχει πολιτική πρόθεση, σχέδιο γενίκευσης και εξασφαλισμένη συνέχεια.
Η πιλοτική επιμόρφωση 500 εκπαιδευτικών στη Δυτική Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει, στην καλύτερη περίπτωση, μια αρχική δοκιμή. Η πιλοτική εφαρμογή δεν είναι από μόνη της αρνητική. Αντίθετα, για κάθε νέα δημόσια πολιτική μπορεί να είναι χρήσιμη, ώστε να δοκιμαστούν στην πράξη τα εργαλεία, τα υλικά, οι μέθοδοι, οι χρόνοι και οι δυσκολίες. Το ζήτημα δεν είναι αν θα προηγηθεί πιλοτική εφαρμογή. Το ζήτημα είναι αν η πιλοτική εφαρμογή αποτελεί πρώτο βήμα μιας δημόσιας πολιτικής ή απλώς το μοναδικό στάδιο ενός μεμονωμένου έργου.
Γιατί το πιλοτικό έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει σχέδιο γενίκευσης. Πότε θα επεκταθεί σε όλες τις Περιφέρειες; Με ποια χρηματοδότηση; Με ποιον μόνιμο μηχανισμό επιμόρφωσης; Θα ενταχθεί στον τακτικό σχεδιασμό του Υπουργείου Παιδείας ή θα μείνει ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε, υλοποιήθηκε, παρουσιάστηκε και έκλεισε;
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα είναι το κόστος. Περίπου 500.000 ευρώ για 500 εκπαιδευτικούς σημαίνει, χονδρικά, κόστος κοντά στα 1.000 ευρώ ανά επιμορφούμενο. Βεβαίως, το ποσό δεν αφορά μόνο σεμινάρια. Περιλαμβάνει ψηφιακή πλατφόρμα, εκπαιδευτικό υλικό, πιστοποίηση, εργαλεία προσομοίωσης και άλλα παραδοτέα. Αυτό όμως αυξάνει την ανάγκη διαφάνειας. Ο συνολικός προϋπολογισμός είναι γνωστός. Αυτό που δεν είναι εξίσου καθαρό στη δημόσια διαθέσιμη πληροφόρηση είναι ο αναλυτικός επιμερισμός του: πόσο αφορά την πραγματική επιμόρφωση, πόσο την πλατφόρμα, πόσο τα ψηφιακά εργαλεία, πόσο την πιστοποίηση και πόσο τη διοίκηση του έργου.
Οι προβλέψεις του προγράμματος για ανοιχτά δεδομένα, προσβασιμότητα, προσωπικά δεδομένα και διάθεση λογισμικού δεν απαντούν από μόνες τους στο βασικό ερώτημα: θα μείνει κάτι πραγματικά δημόσιο, λειτουργικό και διαθέσιμο για όλα τα σχολεία ή θα κλείσει και αυτό το έργο με την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης;
Το τρίτο ερώτημα αφορά τη διαδικασία επιλογής. Για μια πρόσκληση προϋπολογισμού 500.000 ευρώ, με αντικείμενο τόσο ευαίσθητο όσο η σχολική ασφάλεια, το Υπουργείο οφείλει να ενημερώσει για το πόσες προτάσεις υποβλήθηκαν και με ποια κριτήρια αξιολογήθηκαν. Υπήρξε πραγματική δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων ερευνητικών ομάδων; Με ποια κριτήρια επιλέγεται η Περιφέρεια εφαρμογής, τα σχολεία και οι 500 εκπαιδευτικοί; Θα δοθεί προτεραιότητα σε σχολικές μονάδες με παλιά κτίρια, μεγάλο μαθητικό πληθυσμό, απομακρυσμένες περιοχές ή αυξημένες ανάγκες υγειονομικής υποστήριξης;
Υπάρχει, τέλος, ένα βαθύτερο ζήτημα. Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποκατάστατο των αναγκαίων δημόσιων δομών. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει βασικές πρώτες βοήθειες. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τον σχολικό νοσηλευτή, τον ψυχολόγο, τον κοινωνικό λειτουργό, τον τεχνικό ασφαλείας, τον αντισεισμικό έλεγχο, την πυρασφάλεια, τη συντήρηση των σχολικών κτιρίων. Ούτε μπορεί μια τέτοια επιμόρφωση να φορτωθεί άτυπα στους εκπαιδευτικούς ως ακόμη μία πρόσθετη ευθύνη χωρίς χρόνο, θεσμική κάλυψη και υποστήριξη.
Η σχολική ασφάλεια δεν είναι εφαρμογή, πλατφόρμα ή πιστοποιητικό. Είναι δημόσια ευθύνη και χρειάζεται επιμόρφωση, αλλά χρειάζεται και μόνιμο προσωπικό στα σχολεία: σχολικοί νοσηλευτές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, τεχνική υποστήριξη και επαρκείς υπηρεσίες πρόληψης. Χρειάζεται ψηφιακό υλικό, αλλά χρειάζονται και ασφαλή κτίρια. Χρειάζεται πιλοτική δοκιμή, αλλά κυρίως χρειάζεται καθολικό σχέδιο.
Αν το πρόγραμμα ανοίγει αυτόν τον δρόμο, πρέπει να αποδειχθεί με διαφάνεια, μόνιμους πόρους και συνέχεια. Αν όχι, θα γίνει ακόμη ένα έργο με ωραίο τίτλο, περιορισμένη εμβέλεια και αβέβαιο αποτέλεσμα. Για τη σχολική ασφάλεια χρειάζεται μόνιμη και γενναία δημόσια πολιτική για κάθε σχολείο.
Εκπαιδευτικός, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος στο Ίδρυμα Νεολαίας και Δια βίου Μάθησης
