ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φώντας Λάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αδερφέ Δημήτρη,

σε αποκαλώ έτσι, γιατί ήταν μια συνηθισμένη έκφραση που χρησιμοποιούσες, όταν απευθυνόσουν σε οικεία πρόσωπα. Και γιατί έτσι αισθάνομαι, ακριβώς σαν αδερφός σου.

Στο πρώτο πρόσωπο έχω απευθυνθεί σε αποχαιρετιστήριο γράμμα, μόνο μια φορά ακόμα, νομίζω. Τον Σεπτέμβριο του 1982 από τη Μόσχα, όπου βρισκόμουν κι εγώ, μέσω του «Ριζοσπάστη», στον κοινό μας φίλο, τον Μάνο Λοΐζο, που μία μέρα πριν είχε πεθάνει σε ένα νοσοκομείο, σε άλλο, απόμακρο σημείο της σκορπισμένης στον ορίζοντα σοβιετικής πρωτεύουσας.

Δημήτρη, γνωριστήκαμε το 1964, όταν, μετά το τηλεφώνημα σύστασης της επίσης κοινής μας φίλης Μάρως Λήμνου, της γυναίκας του Μάνου, σε υποδέχτηκα στον τέταρτο όροφο της οδού Σταδίου 10, στη «Δημοκρατική Αλλαγή», στον ευρύ, πολυπρόσωπο χώρο του καλλιτεχνικού τμήματος. Ετσι λέγαμε τότε το «πολιτιστικό».

Στην πρώτη μας εκείνη συνάντηση συστήθηκες και μου έδωσες διστακτικά το πρώτο σου νεανικό πόνημα, το αφήγημα «Πίσω από τον μαυροπίνακα», που μόλις είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Σιδέρη.

Αφού δουλέψαμε μαζί έναν χρόνο, ο αρχισυντάκτης Χαρίλαος Μάνος σού πρότεινε να αναλάβεις τη διεύθυνση του πολιτιστικού, καθώς εγώ προτίμησα τη σταδιακή αποκόλληση από τον καθημερινό μπελά του ρεπορτάζ – για να αποδυθώ σε μια πιο «πολυθεματική» δραστηριότητα, παραμένοντας ταυτόχρονα συντάκτης της εφημερίδας στον καλλιτεχνικό χώρο.

Κι ας μην ξεχνάμε ποια βαριά και σημαντικά ονόματα περιλάμβανε τότε το τμήμα εκείνο. Τα αναφέρεις όλα στο τρίτο σου αυτοβιογραφικό –αν και δεν σου άρεσε ο όρος– βιβλίο, το «Ετσι κι αλλιώς».

Από την πρώτη μέρα μετέτρεψες τη συνειδητή δημοσιογραφία σε καθημερινό βίωμα, καθώς τότε ο υπεύθυνος κάθε τμήματος ήταν και «υλατζής», έκανε δηλαδή τη σελιδοποίηση και συνήθως έκλεινε και τη σελίδα στο τυπογραφείο, στις πέντε τα ξημερώματα. Αυτό για τα απογευματινά φύλλα. Να διορθώνεις, λοιπόν, όρθιος, μαζί με τον αρχιεργάτη, τα μεταλλικά εκμαγεία των σελίδων πάνω στο μάρμαρο. Κι εκείνα να είναι έτοιμα να ταξιδέψουν για το τελευταίο –αλλά επαναλαμβανόμενο– στιγμιαίο αντάμωμά τους με τους κυλίνδρους του δημοσιογραφικού χαρτιού. Με ενδιάμεσο –σ’ αυτή τη φευγαλέα επαφή– μόνο το μελάνι.

Αλλωστε, το σπίτι σου ήταν, κατά σύμπτωση, εκεί ακριβώς όπου τυπωνόταν η εφημερίδα, στην οδό Γερανίου. Σε μια περιοχή που τότε έσφυζε από τυπογραφεία. Στο απέναντι ακριβώς πεζοδρόμιο.

Στα τρία χρόνια που δούλεψες στην «Αλλαγή» έγινες πιο πολύ και από απαραίτητος. Κι εμείς γίναμε φίλοι.

Και ποιος δεν περνούσε από εκεί; Κάποιοι μάλιστα άρχισαν να γίνονται τρόφιμοι, όπως ο Διονύσης και ο Μανώλης1.

Ας είναι. Η δικτατορία φρόντισε να αλλάξουν η ζωή μας, οι εμπειρίες μας, τα μυαλά μας.

Εφυγες πρώτος. Παρίσι και μετά Καναδά. Αρχισυντάκτης εκεί, για ενάμιση χρόνο, στον «Ελληνικό Ταχυδρόμο» στο Μόντρεαλ.

Εγώ έφυγα ύστερα από σένα, στη Ρώμη. Από εκείνη την εποχή έχω ένα μεγάλο ντοσιέ με τα πολυσέλιδα γράμματά σου. Συμπυκνωμένα ντοκουμέντα, όχι μόνο της σχέσης μας, αλλά και του αντιδικτατορικού αγώνα, στην Ευρώπη και την Αμερική, με τις τόσες αναφορές που έχουν σε πρόσωπα, πράξεις, ιδέες.

Γυρίσαμε και οι δυο λίγο πριν από το Πολυτεχνείο. Εγώ με την αμνηστία. Κι εσύ με περίσσιες υποχρεώσεις, παντρεμένος. Ξανασυναντήσαμε φίλους και γνωστούς, που κι αυτοί, ένας ένας, είχαν γυρίσει.

Ανεργοι και οι δυο μας. Τι κάνουμε; Μα αυτό που σίγουρα ξέρουμε. Θα βγάλουμε ένα περιοδικό, μια μηνιαία πολιτιστική έκδοση. Παιδευτήκαμε πολύ να βρούμε τον τίτλο της. «Τετράδιο». Πρώτο τεύχος, Ιούνιος 1974. Κεντρικό θέμα, οι μπουάτ της Πλάκας. Δεύτερο τεύχος, Ιούλιος. Πρωτοσέλιδοι, Σαββόπουλος και Γαβράς.

Δυο μέρες μετά, χαράματα, σύλληψη στα σπίτια μας. Κι από κει, στα γραφεία του Μπάμπαλη. Προειδοποίηση: «Θα σας στείλω στη Γυάρο. Προσέξτε τι γράφετε».

«Τώρα τι κάνουμε;». Τίποτα. Γιατί σε λίγες πάλι μέρες, μέσα στην παραζάλη των γεγονότων της Κύπρου και τη γενική επιστράτευση, η χούντα έπεσε. Ετσι, το τρίτο τεύχος, αυτό του Αυγούστου, κυκλοφόρησε με συνέντευξη του Μίκη, την πρώτη σε ελληνικό έντυπο, και τον ίδιο στο εξώφυλλο2.

Από κει και πέρα, σταδιακή κυκλοφοριακή άνοδος.

Τον τόνο έδινε το δικό σου αποκλειστικό, αποκαλυπτικό ρεπορτάζ. Και οι μεγάλες επιτυχίες, που μερικές πια έρχονταν μόνες τους. Ανέκδοτα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη. Λίγο μετά, ανέκδοτη, επί τριάντα χρόνια, ποιητική σύνθεση του Ρίτσου για τον Αρη.

Αρχίσαμε και τις εκδόσεις. Οπως έγινε με τις δικές σου «Μεγάλες Αποδράσεις» και με τα «Αντάρτικα Τραγούδια». Με τον Αρη –κι αυτά– στο εξώφυλλο, στη γνωστή φωτογραφία που μας έδωσε κατ’ αποκλειστικότητα ο Σπύρος Μελετζής.

Και τόσα, τόσα άλλα.

Εσύ, έπειτα από λίγο, άρχισες να δουλεύεις στην «Αυγή» και έναν χρόνο αργότερα στην «Ελευθεροτυπία». Αψογος όμως και αποδοτικός στα διπλά σου καθήκοντα. Λες και ζούσες δύο εικοσιτετράωρα μαζί. Το ένα για την εφημερίδα, το άλλο για το «Τετράδιο».

Και ποιος δεν μας αγκάλιασε στην προσπάθειά μας; Και ποιος δεν μας υποστήριξε; Και ποιος δεν πέρασε το κατώφλι του μικρού διαμερίσματος, στο υπόγειο της οδού Μασσαλίας 20, να δώσει το γραπτό του ή να κάνει από εκεί τα πρώτα δημοσιογραφικά του βήματα;

Και αυτά όλα τα αναφέρεις με λεπτομέρειες στο ίδιο βιβλίο.

Ομως το σφιχταγκάλιασμα είχε –σε κάποιες περιπτώσεις– και ένα «σιγοψιθύρισμα» στο αυτί. Πού ανήκετε; Η εποχή ήταν έντονα πολιτικοποιημένη. Ολοι ήθελαν επίδειξη κάποιας ταυτότητας. Από πού και ώς πού, εμείς, δύο νέοι δημοσιογράφοι, θέλαμε, σε μια εποχή σαν κι εκείνη, να βγάλουμε ένα αμιγώς πολιτιστικό έντυπο, αριστερό μεν, αλλά ανεξάρτητο, πολυσυλλεκτικό, που δεν γέρνει, έστω και λίγο, προς τα κάπου;

Η λύση βρέθηκε: μικρότερο σχήμα, με εξώφυλλο περιοδικού, και εμπλουτισμός της ύλης με αρκετή πολιτική ανάλυση και ανάλογη αρθρογραφία. Νέο κοινό, νέοι συνεργάτες. Μαζί και οι παλιοί.

Το πείραμα κράτησε ακόμα πέντε μήνες. Οι λίγες διαφημίσεις –κάποιων εκδοτικών οίκων– δεν μπορούσαν, ούτε και η κυκλοφορία από μόνη της, να κρατήσουν ζωντανή για πάντα αυτή την προσπάθεια.

Πενήντα χρόνια τώρα, όμως, όπως βλέπεις, όλοι σε αυτό, στο «Τετράδιο» αναφέρονται.

Και μόλις που σου είχα ανακοινώσει, βρε Δημήτρη, τις προθέσεις της «Εφημερίδας των Συντακτών» να φιλοξενήσει ένα ειδικό αφιέρωμα στο «Τετράδιο», που θα περιέχει κυρίως τα δικά σου κείμενα. Ζήτησα έγκαιρα γι’ αυτό τη γνώμη σου. Χάρηκες. Ομως θα απαιτηθεί ακόμα κάποιος χρόνος για να γίνει αυτό το αφιέρωμα. Για έρευνα, εντρύφηση, ανθολόγηση. Πιστεύω πως αυτός ο χρόνος θα βρεθεί.

Μετά το «Τετράδιο», ακολούθησαν πολλά. Καθιερώθηκες κάτι σαν «πρύτανης» του πολιτιστικού ρεπορτάζ, που πρώτα το έμαθες σε όλες του τις λεπτομέρειες και ύστερα το δίδαξες σε δεκάδες νεότερους συναδέλφους μας. Παράλληλα, άφησες έργο ως βασικός ερευνητής στην καλύτερη περίοδο του «Παρασκηνίου», της θρυλικής τηλεοπτικής εκπομπής των Χατζόπουλου-Παπαστάθη.

Στη συνέχεια έβγαλες μια σειρά από βιβλία, που έκαναν δεκάδες εκδόσεις και επανεκδόσεις.

Κοντολογίς, Δημήτρη, πραγματοποίησες, πιστεύω, τα εφηβικά σου όνειρα.

Λίγο είναι αυτό;

Οι δρόμοι μας συνεχίστηκαν παράλληλοι. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, είμαστε πάντα σε στενή επαφή.

Οι φίλοι έφευγαν. Ο Ηρακλής, ο Μάνος3. Μετά τόσοι άλλοι.

Πάω πάλι πίσω.

Θυμάμαι τα ταξίδια μας στη Ζάκυνθο, όταν μας κάλεσε ο Δημήτρης Λάγιος στις Γιορτές Τέχνης και Λόγου που οργάνωσε εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80.

Μας άφησε νωρίς κι αυτός.

Εκεί, λοιπόν, στη Ζάκυνθο, καθώς χαζεύαμε τη θάλασσα, θυμήθηκα –και σου θύμισα– ένα άλλο, τριήμερο ταξίδι-κρουαζιέρα, πρόσκληση του ΕΟΤ στους πολιτιστικούς συντάκτες, πάλι στο Ιόνιο, στα τέλη του Μαΐου 1966, με σταθμούς την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα και ένα σύντομο πέρασμα, στην επιστροφή, από την Πάτρα.

Ηταν η εποχή της «γιάνκα» και του «χάλι γκάλι». Στο πλοίο μέσα έπαιζαν οι δύο καλύτερες ορχήστρες της δεκαετίας, του Πιπεράκη και του Λεβ-Κανακάκη. Κι εμείς κάθε βράδυ, πού αλλού; Εκεί. Μόνιμοι θαμώνες –και χορευτές– στο σαλόνι του πλοίου.

Τι μένει από τη ζωή; Ολα όσα τη συγκροτούν. Και όσα έγιναν. Τίποτα δεν πάει χαμένο, το έχουμε πει πολλές φορές. Εγώ όμως συγκρατώ περισσότερο απ’ όλα, κάτι τέτοιες, «ανάλαφρες» στιγμές.

Θυμάμαι και κάτι άλλο από εκείνη την εποχή.

Στη δεκαετία του ’60 πάλι.

Σε ένα από τα πρώτα οργανωμένα καρναβάλια στην Πλάκα, θυμάμαι να ντυνόμαστε οι δυο μας, στο δικό μου σπίτι –ή το δικό σου;– φορώντας και οι δύο τις πιτζάμες μας, με έναν ανάλογο σκούφο. Και με καλυμμένα με πρόχειρο φούμο τα πρόσωπά μας. Μαύροι κατάδικοι, υποτίθεται, που είχαν μόλις δραπετεύσει από τις φυλακές. Σκιές ζωντανεμένες, στο μυαλό μας, από σελίδες του Κάλντγουελ, του Φόκνερ ή της Χάριετ Μπίτσερ Στόου.

Εχοντας ράψει ένα μεγάλο άσπρο πανί στη ράχη της πιτζάμας, που πάνω του είχαμε γράψει ο καθένας με μεγάλα ψηφία, αντί για τον αριθμό του καταδίκου, τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ετσι μεταμφιεσμένοι, ριχτήκαμε μέσα στο πλήθος, στην άγνωστη, μεγάλη, κινούμενη κοίτη των ανθρώπινων ρόλων, αληθινών ή ψεύτικων.

Γιατί έτσι είδαμε και οι δυο τη ζωή. Πάντα με χιούμορ και τόλμη για ό,τι προκύψει.

Κι αυτή, η ζωή, μας συμπεριφέρθηκε ανάλογα.

Αθήνα, 9-12 Μαΐου 20264

Κουμουνδούρου
Στον Δημήτρη Γκιώνη

Ο μικρός Δημήτρης Γκιώνης μπροστά στο περίπτερο: στη φωτογραφία αυτή βασίστηκε ο Δήμος Σκουλάκης για το έργο που κόσμησε το εξώφυλλο του βιβλίου «Το Περίπτερο»
Ο μικρός Δημήτρης Γκιώνης μπροστά στο περίπτερο: στη φωτογραφία αυτή βασίστηκε ο Δήμος Σκουλάκης για το έργο που κόσμησε το εξώφυλλο του βιβλίου «Το Περίπτερο»

Περίπτερο στην άκρη της πλατείας
βγαλμένο από τη θύμηση ενός φίλου.
Το βήμα να μετράς στο φως του στύλου
για ν’ αγοράσεις σέρτικα Λαμίας.

Το ’γραψε του Πενήντα ο Καζαμίας
ή μήπως ήταν θέλημα ονείρου
πεζόδρομος να γίνει η Διπύλου
και να περάσει χύμα κι η ζωή μας;

Αγόρι, κυριακάτικα ντυμένο,
στο γείσο επάνω γέρνει με καμάρι.
Μισό αιώνα ανέμελο ποζάρει,
ενώ εγώ τα ρέστα περιμένω.

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή του Φώντα Λάδη «Διαδρομές στην Αθήνα» (εκδόσεις Μνήμες 2004) και αναφέρεται στο βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη «Το Περίπτερο». Εκεί ο συγγραφέας γράφει για την εφηβική του ηλικία, όταν ζούσε στη δεκαετία του ’50 στην περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου. Στο εξώφυλλο του βιβλίου υπάρχει η φωτογραφία του Γκιώνη μπροστά στο περίπτερο που διατηρούσαν τα αδέρφια του και στο οποίο εργαζόταν, ενώ πήγαινε στο νυχτερινό Γυμνάσιο.

Παραπομπές
1. Ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Μανώλης Ρασούλης.
2. Η Φρίντα Μπιούμπι συμμετείχε στη συντακτική ομάδα μόνο ώς το δεύτερο τεύχος.
3. Ο Ηρακλής Παπαδάκης, ο Μάνος Λοΐζος, ο Δημήτρης Λάγιος.
4. Γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Δημήτρη Γκιώνη.
Σημειώσεις
*Σέρτικα Λαμίας. Τσιγάρα που πουλιόντουσαν χύμα στα περίπτερα.
*Στα νότια της πλατείας Κουμουνδούρου ήταν το Δίπυλον, η κύρια είσοδος της Αθήνας από τους κλασικούς χρόνους και ώς τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Η σημερινή οδός Διπύλου περιλαμβάνεται κάθε τόσο στα σχέδια επέκτασης της ανάπλασης του ιστορικού κέντρου της Αθήνας.